
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
Την δε 3 εξημερώθη η υπό τον Μιαούλην μοίρα έξωθεν των Ψαρών υπό το ακρωτήριον του Λιμεναρίου· έφθασε συγχρόνως και η υπό τον Σαχτούρην και η των Σπετσών· όλα δε τα πλοία συνηριθμούντο 56, εξ ών 34 υδραϊκά, 13 σπετσιωτικά, και 9 ψαριανά, και απεβίβασαν αυθημερόν ικανούς ναύτας. Ιδόντες οι επί της νήσου τους εχθρούς των αποβάντας, άφησαν όλα τα μέρη της νήσου και έτρεξαν εις τα εν τω λιμένι πλοία των τόσον έντρομοι, ώστε τινές αυτών επνίγησαν· διακόσιοι μόνον μη προφθάσαντες να φύγωσιν εκλείσθησαν εντός τεσσάρων οικιών. Επίσης έντρομα και τα πληρώματα των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων έκοψαν τας αγκύρας και ανήχθησαν· ανήχθησαν και τα ελληνικά εις καταδίωξιν αυτών και τα εκανονοβόλησαν· μία γολέττα παρεδόθη και έν άλλο πλοίον εκάη· επόδισαν τότε τα εχθρικά προς την Χίον καταδιωκόμενα· οι δε εν αυτοίς απελπισθέντες τα έρριψαν εις την ξηράν και τα έκαυσαν· τέσσαρα μόνον διεσώθησαν και ταύτα κακώς έχοντα. Την δ’ επαύριον απέκλεισαν οι Έλληνες τους εν ταις οικίαις και επυροβόλουν διά ξηράς και θαλάσσης, αλλ’ εις μάτην. Τέσσαρες ναύται και ο ανδρείος πλοίαρχος Λάζαρος Παναγιώτας επληγώθησαν πολεμούντες επί της ξηράς, και εν ελλείψει χειρούργου μετεκομίσθησαν εις Ύδραν.
Πηγή: Γαλανόλευκο blog
Μία ἄποψις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μεγάλου Σπηλαίου,
ἡ ὁποία κτίσθηκε τὸ 362 μ.Χ.
Γιὰ νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸ ἀπόφθεγμα τῶν νέων τῆς ἀρχαίας Σπάρτης :
«ἄμμες δὲ γ᾿ἐσσόμεθα πολλῷ κάρρονες»
(ἐμεῖς θὰ γίνουμε πολὺ καλλίτεροι ἀπὸ σᾶς)
24.6.2014
1. Διότι, ὅπως ἔχει τονισθῆ ἐπανειλημμένως ἀπὸ σπουδαίους καὶ φωτισμένους ἱστορικοὺς καὶ λογοτέχνες, λαοί, ποὺ δὲν ἐμφοροῦνται ἀπὸ ὀρθόδοξη καὶ ἐθνικὴ συνείδησί καὶ δὲν παραδειγματίζονται ἀπὸ τὴν ἱστορία τους, ἀλλὰ ἡ παγκοσμιοποίησι τοὺς ἔχει «πολτοποιήσει», εἶναι καταδικασμένοι νὰ ἀφανισθοῦν.
2. Ἀντὶ νὰ διαδίδωνται τέτοιες ἐπέτειοι τῆς ἐνδόξου ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ νέα τάξι πραγμάτων, ὁ οἰκουμενισμός, ὁ μαρξισμός, ὁ μασωνισμός, ὁ σιωνισμός μέσῳ τῶν μεγάλων Μ.Μ.Ε. (ποὺ ἀνήκουν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, σὲ ἀετονύχηδες, «πατριάρχες» τῆς διαπλοκῆς καὶ ὀπαδοὺς τῶν ὡς ἄνω ἀναφερομένων σκοτεινῶν κύκλων) προβάλλουν τὶς ἐπετείους, ποὺ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐνισχύουν τὸ ὑλιστικὸ καὶ ἀντιχριστιανικὸ πνεῦμα τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τῆς νέας ἐποχῆς, τῆς νέας τάξεως πραγμάτων καὶ τῶν λοιπῶν ὡς ἄνω ἀναφερθέντων σκοτεινῶν κύκλων, ὅπως προβάλλουν καὶ τὶς γενεθλίους ἐπετείους ἀντὶ τὶς ὀνομαστικὲς ἑορτές.
3. Ὅμως τὸ Ἵδρυμα Προασπίσεως Ἠθικῶν καὶ Πνευματικῶν Ἀξιῶν καὶ τὸ Σωματεῖον «Οἱ Φίλοι τοῦ Τάματος τοῦ Ἔθνους», λάτρεις ὄντες τῆς Ὀρθοδοξίας μας καὶ τοῦ ἀθανάτου ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ πολιτισμοῦ, εὐχαρίστως κάθε χρόνο συμμετέχουμε στὴ πρωτοβουλία τῆς Παγκαλαβρυτινῆς Ἑνώσεως γιὰ νὰ τιμῶμε τὴν ἐπέτειο τῆς νικηφόρου μάχης τῶν καλογήρων τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ τῶν λίγων γενναίων λαϊκῶν, ποὺ συμπαρατάχθηκαν μαζί τους καὶ οἱ ὁποῖοι, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Ἐλευθερωτοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, κατατρόπωσαν τὴν 24η Ἰουνίου 1827 τὴν κραταιὰ στρατιὰ τοῦ φοβεροῦ Ἰμπραήμ καὶ τοῦ προσκυνημένου ὁπλαρχηγοῦ Νενέκου, ποὺ συμμάχησε μὲ τὸν Ἰμπραὴμ ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων.
4. Πρὸς τιμὴν τῆς σημερινῆς ἐπετείου τῆς καταλυτικῆς νικηφόρου μάχης τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ ἀναρτῶμε κατωτέρω μερικὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν τελετή τῆς 22.6.2014 στὸ Μέγα Σπήλαιο.
5. Ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ ἀποτίνουμε καὶ πάλι φόρο τιμῆς καὶ στὸν θρυλικὸ Γέρο τοῦ Μοριᾶ ἀείμνηστο Κολοκοτρώνη, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ὀξυδερκέστατο πνεῦμα του διέγνωσε τὴν συμφορά, ποὺ θὰ εἴχαμε ἀπὸ τοὺς προσκυνημένους τοῦ Νενέκου, καί, πρὸς ἀποτροπὴ αὐτῆς τῆς συμφορᾶς, ὁ Γέρος Κολοκοτρώνης ἐξέδωσε ἐντολή : «φωτιὰ καὶ τσεκούρι στοὺς προσκυνημένους».
6. Μήπως καὶ σήμερα πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐντολὴ τοῦ θρυλικοῦ Γέρου τοῦ Μοριᾶ ἐναντίον τῶν σημερινῶν προσκυνημένων, ποὺ εἶναι ἕνα ἀντιορθόδοξο καὶ ἀνθελληνικὸ μωσαϊκό, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ πειθήνια ὄργανα τῶν καταχθονίων σκοτεινῶν δυνάμεων ;
7. Ὅσοι διατεινόμεθα ὅτι ἐμφορούμεθα ἀπὸ ἐθνικές, ὀρθόδοξες ἰδέες καὶ ἀρχές, ἄς ἀντισταθοῦμε σθεναρῶς ἐναντίον τῶν δοτῶν, τῶν ἐξωμοτῶν καὶ τῶν γενίτσαρων τοῦ πνεύματος, οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ ἀναρριχηθοῦν καὶ νὰ παραμείνουν ὑψηλά, ὀμνύουν καὶ προσφέρουν γῆ καὶ ὕδωρ στοὺς συγχρόνους φοβεροὺς «Ἰμπραήμ».
8. Ὄντως οἱ ἥρωες τῆς Ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας ἔκαναν τὸ κορμί τους «κόσκινο» καί, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀποτίναξαν τὸ βαρύτατο τουρκικό-μωαμεθανικὸ ζυγό, γιὰ νὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἐλεύθεροι.
9. Ὅμως, δυστυχῶς, δὲν διεγνώσαμε τὸν κίνδυνο τῆς βαυαροκρατίας καὶ τῶν παραπάνω ἀναφερομένωνἀντιχριστιανικῶν καὶ ἀντεθνικῶν κύκλων καί,ἀλλοίμονο μας, σκλαβωθήκαμε καὶ αἰχμαλωτισθήκαμε ἀπὸ τὰ δίκτυα τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τῆς νέας τάξεως πραγμάτων, τῆς νέας ἐποχῆς, τοῦ οἰκουμενισμοῦ, τοῦ παπισμοῦ, τοῦ μασωνισμοῦ, τοῦ μαρξισμοῦ, τοῦ σιωνισμοῦ καὶ λοιπῶν καταχθονίων σκοτεινῶν δυνάμεων.
Καὶ τρὶς ἀλλοίμονο, διότι σήμερα δὲν ὑπάρχουν τρανταχτὲς φωνὲς ἀντιστάσεως, γιὰ νὰ ἀποτινάξουμε τὰ νέα μας δεσμὰ καὶ νὰ συμμαχήσουμε μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἐλάχιστες φωνὲς ἀντιστάσεως καταπνίγονται, λασπολογοῦνται, εὐτελίζονται.
Πρὸς τοῦτο τονίζουμε πάλι, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ συσπειρωθοῦμε καὶ ὅλοι μαζί νὰ ἀντιδράσουμε ὁμοθυμαδόν (μὲ μιὰ ψυχή), μήπως, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἐπαναποκτήσουμε τὴν ἐλευθερία μας.
Εἴθε !
Μικρὸ ἀπόσπασμα τὴν Θεία Λειτουργία.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Παγκαλαβρυτινῆς Ἑνώσεως κ. Δημήτριος Βαρβιτσιώτης, καλὼν τὸν Δήμαρχο τῆς μαρτυρικῆς πόλεως Καλαβρύτων κ. Γεώργιο Λαζουρὰ γιὰ ἕνα σύντομο χαιρετισμό.
Ὁ κ. Δήμαρχος ἐτόνισε τὴν μεγίστη προσφορὰ τοῦ κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸν ἀγῶνα τοῦ 1821.
Ὁ ὁμιλητὴς τῆς ἐπετείου κ. Πέτρος Κόρδας, αἱρετὸ μέλος τοῦ ΥΣΔΕΕ Ἐκκλησιαστικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀνέπτυξε τὴν ὁμιλία του μὲ θέμα «Ἡ προσφορὰ τῶν Μοναχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου στὸν Ἀγῶνα τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ στὴν καθοριστικὴ νικηφόρα μάχη τοῦ 1827» μὲ γλαφυρότητα καὶ ἀτράνταχτα, ἐμπεριστατωμένα ἱστορικὰ στοιχεῖα, πῶς οἱ μεγαλοσπηλαιῶτες μοναχοὶ καὶ πατέρες, πρὸ καὶ μετὰ τὴν νικηφόρο μάχη τοῦ 1827, συνέβαλαν στὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα τῆς ἐθνικῆς μας Παλιγγενεσίας.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Ὁμοσπονδίας Πολιτιστικῶν. Συλλόγων «Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΚΛΕΙΤΩΡ» καὶ Ταμίας τῆς Παγκαλαβρυτινῆς Ἑνώσεως κ. Κώστας Κατσιάρης μὲ τὴν ἱστορικὴ φορεσιὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν καὶ πολεμιστῶν τοῦ 1821.
Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ κάνουμε κτῆμα μας καὶ νὰ διαδώσουμε εἶναι ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ ἡγουμένου τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἀειμνήστου Δαμασκηνοῦ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ σπουδαιότερη ἀπὸ ὅ,τι ἡστρατηγικὴ τοῦὙπουργοῦἘξωτερικῶν τῆς πρώην Σοβιετικῆς Ἑνώσεως Ἀντρέϊ Γκρομίκο, ὁὁποῖος, ὅταν ὁ Ἀμερικανὸς Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τοῦ εἶπε : «θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργο νὰ ἔλθῃ ὁ Πρόεδρος τῶν ΗΠΑ στὴν Μόσχα», ἀπήντησε: «βεβαίως, ἐὰν ἤρχετο προηγουμένως ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως στὴν Οὐάσιγκτον», στρατηγικὴ ποὺ διδάσκεται παντοῦ.
Ἀλλὰ ἐμεῖς, δυστυχῶς, δὲν ἐνστερνισθήκαμε καὶ δὲν ἀκολουθοῦμε τὴν στρατηγικὴ τοῦ τότε ἡγουμένου τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, τοῦ ὁποίου τὸ ἀπόφθεγμα εἶναι :
«Ὅ,τι καὶ νὰ κάνῃς χάνεις».
Ἀναλυτικώτερα γιὰ τὸ κείμενο τοῦ Ἡγουμένου ἴδετε στὸ περιοδικό μας «Φωτεινὴ Γραμμή» τεῦχος 48, σελ. 44.
Ἄποψις ἀπὸ τοὺς συμμετασχόντας εἰς τὴν τιμητικὴ ἐπέτειο
Κατά το τέταρτο έτος της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ο σουλτάνος Μαχμούτ βρισκόταν σε αδυναμία να καταστείλει την Επανάσταση και ζήτησε την βοήθεια του υποτελούς του Μεχμέτ Αλή Πασά της Αιγύπτου. Τον Μάρτιο του 1824 συνήφθη μεταξύ των δύο ανδρών συμφωνία, με την οποία ο Μεχμέτ Αλή δεχόταν να συμπράξει, υπό τον όρο να του παραχωρηθεί η Κρήτη, η Κύπρος και να διορισθεί ο θετός γιος του, Ιμπραήμ, διοικητής της Πελοποννήσου. Την ίδια ώρα, οι Ελληνικές δυνάμεις, ευρισκόμενες στην δίνη του Εμφυλίου Πολέμου, είχαν φθαρεί και αποσυντονιστεί...
Ο σοβαρότερος κίνδυνος κατάπνιξης της Ελληνικής επανάστασης προήλθε από την επέμβαση του οργανωμένου τακτικού Αιγυπτιακού στρατού υπό τον ικανό και έξυπνο στρατηγό Ιμπραήμ. Με περιπετειώδη τρόπο ο Ιμπραήμ κατάφερε να αποβιβάσει 4000 άνδρες, πυροβολικό και ιππείς στο Νεόκαστρο στις 26 Φεβρουαρίου 1825. Ο στρατός και το ηθικό των Ελλήνων βρίσκονταν στο χειρότερο δυνατό σημείο μετά από δύο σκληρούς εμφυλίους πολέμους, την λεηλασία της Πελοποννήσου από κυβερνητικά Ρουμελιώτικα στρατεύματα και την φυλάκιση σημαντικών οπλαρχηγών (Κολοκοτρώνης, Νικηταράς) και προκρίτων που άνηκαν στους ηττημένους της εμφύλιας διένεξης. Σύντομα ο Ιμπραήμ ενισχύθηκε με νέες αφίξεις στρατευμάτων, αυξάνοντας την δύναμη του σε 17.000 άνδρες.
Μετά την ενίσχυση του, ο Ιμπραήμ δεν καθυστέρησε καθόλου αλλά αντιθέτως με τη ευστροφία και την διορατικότητα του έφερε τους Έλληνες σε δύσκολη θέση. Νίκησε τα Ελληνικά στρατεύματα στην θέση Κρεμμύδια στις 7 Απριλίου, νίκησε τον ηρωικό Παπαφλέσσα στο Μανιάκι στις 19 Μαΐου κι έτσι κατέλαβε όλη την Μεσσηνία που ήταν επαρχία σημαντική λόγω της μεγάλης αγροτικής της παραγωγής, για τον εφοδιασμό των στρατευμάτων. Η κυβέρνηση πανικόβλητη από τις εξελίξεις παρείχε αμνηστία στους φυλακισμένους και όρισε τον Κολοκοτρώνη αρχιστράτηγο όλης της Πελοποννήσου. Ο Κολοκοτρώνης ξεκίνησε να μαζεύει στρατεύματα στο Λεοντάρι, αλλά οι εκκλήσεις του σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα δεν έβρισκαν μεγάλη ανταπόκριση.
Ο Ιμπραήμ για άλλη μια φορά κινήθηκε κεραυνοβόλα, εκστράτευσε και κατέλαβε την Τριπολιτσά και με μια τελική κίνηση εισέβαλε στην Αργολίδα στις 11 Ιουνίου 1826 με κατεύθυνση προς το Ναύπλιο. Ο Κολοκοτρώνης δεν προλάβαινε να επέμβει καθώς βρισκόταν στην Καρύταινα και έτσι η Επανάσταση διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. Η πτώση του Ναυπλίου ίσως να επέφερε και το σβήσιμο της φωτιάς της Ελληνικής Επανάστασης. Πανικός κατέλαβε το «εκτελεστικό» και τους κατοίκους του Ναυπλίου σε σημείο να δημιουργηθεί πολιτοφυλακή από 2000 ενόπλους από τον Ανδρέα Μεταξά για την τήρηση της τάξης στην πόλη. Σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή την υπεράσπιση του Ναυπλίου ανέλαβαν ο Δημήτριος Υψηλάντης ως επικεφαλής και οι Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και Ιωάννης Μακρυγιάννης. Το βράδυ της 12ης Ιουνίου οι τρεις οπλαρχηγοί κατέλαβαν την οχυρή θέση των Μύλων μπροστά στο Ναύπλιο με 300 άνδρες περίπου. Ανάμεσα τους βρίσκονταν και 100 οπλοφόροι που προέρχονταν από την περιοχή του Ολύμπου.
Δημήτριος Υψηλάντης
Η θέση των Μύλων ήταν φύση οχυρή και ήταν αδύνατον να κυκλωθεί αλλά μπορούσε μόνο να καταληφθεί με κατά μέτωπον επίθεση. Επίσης η θέση στους Μύλους ήταν πολύτιμη για το Ναύπλιο καθώς από την τοποθεσία αυτή προερχόταν η ύδρευση της πόλης. Οι υπερασπιστές κατέλαβαν και οχύρωσαν μια σειρά από αποθήκες καθώς και έναν φράχτη που αποτελούσαν μια υποτυπώδη συνεχόμενη γραμμή άμυνας. Αυτόπτης μάρτυρας της πορείας των υπερασπιστών από το Ναύπλιο ήταν ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνύ, που δεν πίστευε στα μάτια του βλέποντας τις κινήσεις των Ελλήνων στην ακτή. Ο ίδιος πλησίασε τον Υψηλάντη και προσπάθησε να τον μεταπείσει, λέγοντας του ότι είναι σκέτη αυτοκτονία να αντιπαρατεθεί με τόσο λίγους άνδρες σε τόσο αδύναμες θέσεις εναντίον ενός ισχυρού οργανωμένου στρατού που διέθετε πυροβολικό και ιππικό. Η απάντηση του Υψηλάντη ήταν Λεωνίδειος «Εδώ ήλθομεν για νικήσωμεν η να αποθάνομεν».
Οι προφυλακές του Ιμπραήμ βρέθηκαν σε απόσταση βολής από την οχυρωμένη τοποθεσία το πρωί της 13ης Ιουνίου. Ο Αιγυπτιακός στρατός ξεκίνησε να αναπτύσσεται για επίθεση κατά μέτωπο με τον Αιγύπτιο στρατηγό να παρακολουθεί με το τηλεσκόπιο του από ένα κοντινό ύψωμα. Η τοποθεσία όμως ευνοούσε τους αμυνόμενους καθώς οι επιτιθέμενοι δεν μπορούσαν να αναπτύξουν όλες τις δυνάμεις τους λόγω των βάλτων της περιοχής. Έτσι τελικώς στην επίθεση δεν συμμετείχαν παραπάνω από 700 Αιγύπτιοι. Οι Έλληνες αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση ενώ λάμβαναν μεγάλη βοήθεια από τα φίλια πυρά των κανονιών των Ελληνικών πλοίων που βομβάρδιζαν τις θέσεις των επιτιθέμενων. Το μεσημέρι όμως οι Αιγύπτιοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα ρήγμα στον φράχτη από όπου λίγοι Αιγύπτιοι εισχώρησαν δημιουργώντας κίνδυνο κατάρρευσης όλης της Ελληνικής άμυνας.
Ιωάννης Μακρυγιάννης
Στην δύσκολη αυτή στιγμή ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης με τους οπλοφόρους του και λίγους Φιλέλληνες όρμησε εναντίον όσων είχαν εισχωρήσει με τα σπαθιά και φοβερές πολεμικές κραυγές. Οι εισχωρήσαντες Αιγύπτιοι ανατράπηκαν και οι αμυνόμενοι επισκεύασαν πρόχειρα την τοποθεσία. Στην απεγνωσμένη αυτή επίθεση σκοτώθηκε ένας Φιλέλληνας και τραυματίστηκε ο Μακρυγιάννης στον βραχίονα. Η μάχη συνεχιζόταν άγρια, αλλά οι αμυνόμενοι έλαβαν μια σημαντική ενίσχυση από 200 άνδρες με τους Μήτρο Λιακόπουλο και Κάρπο Παπαδόπουλο που εστάλησαν από το Ναύπλιο. Οι ενισχύσεις ενεπλάκησαν στον αγώνα εξυψώνοντας το ηθικό των αμυνόμενων. Σε μια δεύτερη κρίσιμη στιγμή της μάχης ένας Αιγύπτιος αξιωματικός τραυματίστηκε και οι επιτιθέμενοι βρέθηκαν σε σύγχυση. Τότε οι Έλληνες επιχείρησαν μια τολμηρή αντεπίθεση που επέφερε μεγάλες απώλειες στους Αιγύπτιους που άρχισαν να υποχωρούν.
Η μάχη για το Ναύπλιο είχε κριθεί. Οι Αιγύπτιοι είχαν περίπου 100 νεκρούς και τραυματίες ενώ οι Έλληνες μόλις 4 νεκρούς (ο ένας ήταν Φιλέλλην). Ο Ιμπραήμ επέλεξε να μην συνεχίσει να επιτίθεται κατά των Μύλων, τόσο επειδή οι αμυνόμενοι επέδειξαν αποφασιστικότητα, αλλά κυρίως γιατί η τοποθεσία ήταν ακατάλληλη για να αναπτύξει τα στρατεύματα του λόγω των βάλτων. Ταυτόχρονα υπήρχε και η απειλή από τα πυροβόλα των Ελληνικών πλοίων που υποστήριζαν τις Ελληνικές θέσεις και μπορούσαν να
προκαλέσουν ζημιά στον στρατό του. Έτσι ο Ιμπραήμ προτίμησε να υποχωρήσει και να διεξάγει μια σειρά από επιδρομές στα γύρω χωριά της Αργολίδας. Από Ελληνικής πλευράς αναμφίβολα διακρίθηκε ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης ο οποίος όταν τραυματίστηκε, μεταφέρθηκε στην ναυαρχίδα του Γαλλικού στόλου για περίθαλψη όπου του απέδωσαν τιμές για την διαγωγή του.
Η μεγάλη νίκη στην σύντομη μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου ήταν πολύ σημαντική για την Ελληνική πλευρά. Πρώτα απ΄ όλα το Ναύπλιο εξασφαλίστηκε από μελλοντικές επιθέσεις και αποτέλεσε την στέρεη ασφαλή βάση για την εκάστοτε Ελληνική κυβέρνηση στις επικίνδυνες στιγμές που ακολούθησαν. Δεύτερον ηττήθηκε για πρώτη φορά ο Ιμπραήμ επί Ελληνικού εδάφους και αποδείχθηκε ότι εφικτή η καταπολέμηση του. Τρίτον, το «εκτελεστικό» χρησιμοποίησε για πρώτη φορά μετά τους δύο εμφυλίους τον ικανό στρατιωτικό και αγνό πατριώτη Δημήτριο Υψηλάντη, που με την διαγωγή του και την προσωπική γενναιότητα που επέδειξε πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία στο αναδυόμενο Ελληνικό Έθνος. Και κάτι τελευταίο που δείχνει κατά την γνώμη μου το την τραγική όψη της Ελληνικής Ιστορίας. Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης που επίσης διακρίθηκε στην μάχη των Μύλων, ήταν ένας από τους δύο δολοφόνους του Καποδίστρια λίγα χρόνια μετά.
Ι. Β. Δ.
Πηγή: Διονύσιος Κόκκινος, Η ελληνική Επανάσταση τόμος V, εκδόσεις Μέλισσα
Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα
Μάχη των Μύλων (1825)
Επίμετρον
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης περιγράφει την μάχη στους Μύλους
«…..Ὁ Μπραΐμης περήφανος ἔστειλε τοὺς κατζαδόρους, ὁποῦ τοὺς εἶχε καὶ εἰς τὸ Νιόκαστρον, κι᾿ ἄλλες δυὸ κολῶνες ἀπὸ τὸ κάστρον· καὶ συνχρόνως καὶ οἱ ἄλλες κολῶνες – καὶ μὲ πρώτον μας πῆραν ὅλο τὸ περιβόλι καὶ τῆς κούλιες τοῦ περιβολιοῦ κι᾿ ὁλόγυρα· καὶ μὲ τὴν πρώτη ὁρμὴ ἦρθαν εἰς τὸ κάτου μέρος τοῦ περιβολιοῦ, εἰς τὰ τείχη, ὁποὖναι πρόσωπον τῆς θάλασσας· κ᾿ ἐκεῖ τὸ βαστοῦσα μὲ τοὺς συντρόφους μου. Μᾶς πλάκωσαν μὲ τὴν πρώτη ὁρμή· κ᾿ ἐκεῖ ἄρχισε πεισματώδης πόλεμος ἀπὸ τὅνα τὸ μέρος κι᾿ ἀπὸ τ᾿ ἄλλο κάμποση ὥρα. Ἦταν ἡ κάψη, καὶ δὲν φυσοῦσε τελείως – κι᾿ ὁ καπνὸς τῶν ντουφεκιῶν ἔγινε μία ἀντάρα, καταχνιὰ – θὰ μᾶς παίρναν ὅλους. Τότε μιλήσαμεν ἀναμεταξύ μας νὰ βαροῦμεν τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι αὐτεῖνοι φέρναν μὲ τὸ στανιὸν τῆς κολῶνες ἀπάνου μας.
Ὅταν ἀρχίσαμεν καὶ βαρούγαμεν καὶ σκοτώναμεν τοὺς ἀξιωματικούς, κρύγιωσαν. ῾στὸν ἴδιον καιρὸν βγάλαμεν τὰ σπαθιὰ πεντέξι, κι᾿ ἄλλοι ὕστερα, καὶ ριχνόμαστε ἀπάνου τους καὶ τοὺς δίνομεν ἕνα χαλασμὸν – κι᾿ ἀφίνουν καὶ κούλιες καὶ περιβόλι. Κ᾿ ἐκεῖ εἰς τὴν πόρτα τοὺς πλάκωσαν οἱ Ἕλληνες καὶ ρίχναν εἰς τὸν σωρόν. Ἄρχισε ὁ πόλεμος κι᾿ ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ μυλάκου, ὁποὖταν ὁ Ὑψηλάντης μὲ τοὺς Κρητικούς, καὶ μίστικα μὲ μπαλαμιστράλλια· κι᾿ ὅλα αὐτὰ πήγαιναν εἰς τὰ σώματα τῶν Ἀραπάδων…..»
.
Πηγή: Ιστορικά Θέματα, Αβέρωφ
Το Λάλα είναι χωριό της ορεινής Ηλείας στο όρος Φολόη («Λαλαίος» ο κάτοικος του και «Λαλιώτης» ο καταγόμενος από αυτό). Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το κατοικούσαν εξισλαμισμένοι Αλβανοί, οι οποίοι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρης της Πελοποννήσου με τη μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη που διέθεταν. Κατά γενική ομολογία ήταν τα «καλύτερα ντουφέκια του Μωριά».
Στην αρχή της Επαναστάσεως του '21, οι Λαλαίοι θεωρήθηκαν απειλή για την πορεία του Αγώνα. Γι' αυτόν τον λόγο, οι οπλαρχηγοί της Γορτυνίας ίδρυσαν στην ευρύτερη περιοχή στρατόπεδο για να αποτρέψουν τη φυγή τους προς την Τριπολιτσά, την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο των επαναστατών...
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικρατούσαν δύο απόψεις όσον αφορά την αντιμετώπιση των Λαλαίων. Οι Επτανήσιοι, οι οποίοι αποτελούσαν την πιο οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, ήθελαν να επιτεθούν αμέσως εναντίον τους, ενώ οι ντόπιοι προτιμούσαν να περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία.
Από την πλευρά τους, οι Λαλαίοι προσπάθησαν να κερδίσουν χρόνο και να διασπάσουν το ελληνικό στρατόπεδο, κυκλοφορώντας φήμες ότι ήταν έτοιμοι να παραδοθούν. Στις 2 Ιουνίου 1821 ο κεφαλλονίτης Παναγής Μεσσάρης τους μετέφερε επιστολή των Επτανησίων αρχηγών Κωνσταντίνου και Ανδρέα Μεταξά, Ευαγγέλη Πανά, Παναγιώτη Στρούζα, Μιχαήλ Κουτουφά και Διονυσίου Σαμπρικού, που τους καλούσαν να καταθέσουν τα όπλα.
Οι Λαλαίοι άρχισαν να κωλυσιεργούν, υποστηρίζοντας ότι την όποια απόφαση θα έπρεπε να πάρουν οι αρχηγοί τους, οι οποίοι απουσίασαν από το χωριό. Τότε οι επαναστάτες αποφάσισαν να δράσουν και να τους επιτεθούν από τρία σημεία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Πλαπούτα, τους αδελφούς Μεταξά και τον Γεώργιο Σισίνη.
Από κακό συντονισμό, ο Πλαπούτας επιτέθηκε μόνος του στις 9 Ιουνίου και φυσικά αναγκάστηκε να υποχωρήσει μετά την αντεπίθεση των Λαλαίων. Μέσα στη σύγχυση και τον μεγάλο καύσωνα που επικρατούσε, ο Πλαπούτας άφησε την τελευταία του πνοή. 14 ακόμη Έλληνες έχασαν τη ζωή τους (11 Πελοποννήσιοι και 3 Επτανήσιοι). Αδιευκρίνιστες ήταν οι απώλειες των Λαλαίων.
Στο στρατόπεδο των Ελλήνων επικράτησε σύγχυση και πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να το εγκαταλείψουν. Ο Κολοκοτρώνης αντιλήφθηκε την κατάσταση και έστειλε τον εμπειροπόλεμο Δημήτριο Πλαπούτα, οποίος κατόρθωσε να τους εμψυχώσει. Οι Λαλαίοι αναθάρρησαν και αυτοί, όταν είδαν να καταφθάνουν ενισχύσεις από την Πάτρα στις 11 Ιουνίου. Επικεφαλής 1.000 Τουρκαλβανών ήταν ο Γιουσούφ Πασάς.
Ο Γιουσούφ ήθελε να ξεκαθαρίσει αμέσως την κατάσταση και στις 13 Ιουνίου επιτέθηκε με τους άνδρες του στην θέση Πούσι, όπου ήταν οχυρωμένοι οι Έλληνες. Βασικός του στόχος, να αποσπάσει πρώτα τα κανόνια που διέθεταν οι Επτανήσιοι και στη συνέχεια να τους πετσοκόψει με την ησυχία του.
|
Ο Ανδρέας Μεταξάς, επικεφαλής των Επτανησίων στην Μάχη του Λάλα |
Η μάχη δόθηκε σώμα με σώμα και η ανδρεία των Ελλήνων ανάγκασε τις δυνάμεις του Γιουσούφ να υποχωρήσουν και μαζί με τους Λαλαίους την επομένη να πάρουν τον δρόμο για την Πάτρα. Οι Έλληνες πολέμησαν γενναία και έχασαν 84 άνδρες (60 Πελοποννήσιοι και 24 Επτανήσιοι). Ανάμεσα στους πολλούς τραυματίες ήταν και ο κεφαλλονίτης Ανδρέας Μεταξάς, κατοπινός πρωθυπουργός της Ελλάδας. Την ίδια μέρα (14 Ιουνίου) οι επαναστάτες εισήλθαν στο έρημο χωριό και το πυρπόλησαν. Συνολικά, γύρω στα χίλια σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες.
Η νίκη των Ελλήνων σήμανε το τέλος της επιβολής των Λαλαίων στην περιοχή και άνοιξε τον δρόμο για την άλωση της Τριπολιτσάς. Από την Πάτρα, όπου κατέφυγαν, αγωνίσθηκαν κατά της επανάστασης ως το τέλος και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να εγκατασταθούν ως πρόσφυγες στην περιοχή του Πλαταμώνα της Μακεδονίας και αργότερα στη Βάρνα της Βουλγαρίας.
Πηγή: Περί Πάτρης
Το σχέδιο του Αλέξανδρου Υψηλάντη ήταν σαφές: Στο παραδουνάβιο μέτωπο καμία ελληνική κίνηση δεν έπρεπε να γίνει πριν από τις 8 Ιουνίου 1821, μέχρι δηλαδή να φτάσει στο Δραγατσάνι ο κύριος όγκος των στρατευμάτων για την τελική μάχη με τους Οθωμανούς. Τελικά, η Ιστορία έγραψε ότι εκείνη την ημέρα αναγκάστηκε να εκδώσει την τελευταία του διαταγή, μετά τη λιποταξία των εθελοντών και τη διάλυση του Ιερού Λόχου.
Στις 14 Μαΐου 1824, αιγυπτιακά πολεμικά πλοία απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια και ενώθηκαν με τον στολίσκο του Γιβραλτάρη, στον κόλπο της Σούδας. Κατόπιν έπλευσαν πρός την Κάσο, κανονιοβόλησαν τις οχυρώσεις της και επέστρεψαν άπρακτα. Οι Κασιώτες, διαβλέποντας τον άμεσο κίνδυνο, έστειλαν δεκάδες επιστολές στην Ελληνική κυβέρνηση του Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου, εκλιπαρώντας για βοήθεια...
«Σεβαστή Διοίκησις,
Μέ μέγιστην βίαν, γράφομεν όλοι οι ομογενείς κάτοικοι τής νήσου Κάσσου, κλαιόμενοι εις τήν Σεβαστήν Διοίκησιν, ειδοποιούντες τήν υμετέραν κορυφήν, ότι τρείς ημέρας έχει σήμερον ο αιγυπτιακός στόλος όπου έχει πλόκον τήν νήσον ημών, καθ’ όλα τά μέρη, μάλιστα τήν ημέραν τής Αναλήψεως μάς έκαμε καί ένα φοβερόν πόλεμον, πλήν, χάριτι θεία, δέν εβλάφθη ουδείς τών Χριστιανών. Λοιπόν παρακαλούμεν τήν Σεβαστήν ημών Διοίκησιν καί μητέρα νά μάς προφθάση βοήθειαν θαλάσσιον καί λοιπά, δι’ όνομα καί αγάπην Θεού, κάμετε έλεος διά ημάς τούς κατοίκους τής νήσου Κάσσου, επειδή καί η γενναιότης καί μεγαλοψυχία ημών είναι μέν πρόθυμοι, όμως κατά τήν θαλάσσιον δύναμιν πολύ σάς παρακαλούμεν νά μάς προφθάσετε.
Η κατάστασις τής αιγυπτιακής αρμάδας έχει ούτως. Έχει φρεγάτας τέσσαρας, καί μία όπου απέρασεν εις Ρόδον, από ιμβρίκια δέκα, καί από μικρά πλοία, γαλλιώτες, δέκα. Ταύτα ιδεάζοντες τήν Σεβαστήν καί Υπερτάτην ημών Διοίκησιν τήν παρακαλούμεν μετά δακρύων, αμέσως καί χωρίς αναβολήν καιρού νά μάς προφθάσετε εις τήν άνωθεν θαλάσσιον δύναμιν. Έτι παρακαλούμεν εις μπαρούτια καί εις βόλια, από μίαν, ή δύο, έως τριών οκάδων τό βάρος. Ταύτα αύθις παρακαλούντες μένομεν καί υπογραφόμενοι.
Εκ Κάσσου, τώ αωκδ’ (1824) τή 17 Μαΐου
Όλοι οι κάτοικοι τής νήσου Κάσσου».
Οι “εκλαμπρότατοι” καί η “Σεβαστή Διοίκησις” όμως ήταν απασχολημένοι μέ τόν εμφύλιο πόλεμο καί τήν εξόντωση τών οπλαρχηγών τής Πελοποννήσου. Δέν τούς περίσσευαν χρήματα γιά νά σωθεί η Κάσος. Ο Κουντουριώτης, ο οποίος ήταν υποχείριο τού Κωλέττη καί σκορπούσε τίς λίρες τού αγγλικού δανείου δεξιά καί αριστερά, στήν επιστολή τού πρός τούς άτυχους κατοίκους τής Κάσου απάντησε ότι … δέν υπάρχουν λεφτά γιά τόν Ελληνικό στόλο καί απορούσε γιά τόν λόγο γιά τόν οποίο οι Κασιώτες δέν είχαν πολεμοφόδια.
«Η Διοίκησις, ως κοινή μήτηρ, δέν θέλει αδιαφορήσει καί εις τάς πολεμικάς χρείας, καί φθάσαντος τού δανείου θέλει σάς οικονομίσει αναλόγως. Τά πολεμικά πλοία εξ Ύδρας καί Σπετσών δέν εκπλέουσιν ακόμη εξ αιτίας όπου τό ταμείον δέν έχει χρήματα νά πληρώσει τούς ναύτας, άμα όμως φθάσουν τά χρήματα καί πληρωθούν οι ναύται θέλουν έβγει ευθύς επειδή είναι έτοιμα.
Απορεί η Διοίκησις παρατηρούσα ότι έχετε έλλειψιν εφοδίων, ενώ ειξεύρει ότι καί πρότερον ήσθε εφωδιασμένοι από αυτά καί τελευταίον λαβόντες τά όσα εκ Κρήτης έφθασαν αυτόθι, εφοδιασθήτε έτι μάλλον τούτο. Αν ο εχθρικός στόλος αποτολμήση νά πλησιάση εις τήν νήσον ταύτην καί νά φροντίση νά κάμη έφοδον, η Διοίκησις γνωρίζουσα τήν γενναιότητά σας καί τήν απόφασίν σας νά θυσιασθήτε πάντες υπέρ πίστεως καί πατρίδος, πληροφορηθείσα ότι καί αρκετά ξένα άρματα ευρίσκονται εις τήν νήσον σας είναι βεβαία ότι θέλετε δώσει τρόμον εις τόν εχθρόν.
Εν Μύλοις Ναυπλίου τή 27 Μαΐου 1824
Ο Πρόεδρος
Γεώργιος Κουντουριώτης»
Στά τέλη Μαΐου τού 1824, εμφανίστηκαν μπροστά στήν Κάσο 45 πλοία πού μετέφεραν 4000 άνδρες μέ αρχηγό τόν ίδιο τόν Χουσεΐν μπέη, πού είχε πνίξει στό αίμα τήν επανάσταση στήν Κρήτη! Τά οθωμανικά πλοία αγκυροβόλησαν κοντά στό νησάκι τής Μακρίας καί επί δύο ημέρες κανονιοβολούσαν χωρίς αποτέλεσμα τήν Αγία Μαρίνα, όπου ήταν συγκεντρωμένη η μεγαλύτερη δύναμη τών Ελλήνων. Οι έμπειροι Κασιώτες απαντούσαν μέ εύστοχους κανονιοβολισμούς. Περίπου 4000 βόμβες έπεσαν στό νησί από τά δεκάδες κανόνια τών πολεμικών πλοίων τών Οθωμανών!
Τήν νύχτα τής 6ης Ιουνίου 1824, αποσπάστηκαν από τήν κύρια δύναμη τού εχθρικού στόλου, 25 βάρκες υπό τόν χιλίαρχο Μουσά, οι οποίες κατευθύνθηκαν χωρίς νά γίνουν αντιληπτές πρός τήν θέση Αντιπέρατος, νοτίως τής Αγίας Μαρίνας. Οδηγό τους είχαν έναν Κασιώτη προδότη, ονόματι Ζαχαριά! Οι μωαμεθανοί στρατιώτες σκότωσαν τούς έξι αμέριμνους φρουρούς καί κατευθύνθηκαν στίς πλάτες τών Ελλήνων, οι οποίοι είχαν τήν προσοχή τους στήν κύρια δύναμη τού στόλου πού βομβάρδιζε ανηλεώς ώστε νά τούς αποσπάσει τήν προσοχή από τήν ομάδα πού επιχείρησε τήν απόβαση!
Τό ξημέρωμα τής 7ης Ιουνίου 1824 βρήκε τούς Κασιώτες τρομοκρατημένους. Έβλεπαν πίσω τους τά τούρκικα μπαϊράκια καί τά τέσσερα χωριά τους πατημένα από τό πόδι τών Αγαρηνών. Η μάχη είχε πλέον χαθεί καί όλοι οι Κασιώτες διέλυσαν τίς γραμμές γιά νά τρέξουν νά σώσουν τίς οικογένειές τους.
Οι μουσουλμάνοι άρχισαν τό σύνηθες έργο τής σφαγής, τής λεηλασίας, τών βιασμών καί τών βασανιστηρίων. Τά κεφάλια πήγαιναν μέ τή σωρό στόν Χουσεΐν μπέη γιά νά στήσει τήν πυραμίδα του καί νά ανταμείψει μέ γρόσια τούς “γενναίους” πολεμιστές τού Αλλάχ.
Ένας από τούς πλοιάρχους τής Κάσου, ο Μάρκος Μαλλιαράκης, πού ξεχώριζε γιά τήν ανδρεία του, δικαίωσε μετά από λίγο τή φήμη του. Μέσα στή γενική απελπισία, μάζεψε μερικούς συντρόφους του καί πολέμησε μέχρι τέλους τούς εισβολείς. Λέγεται ότι σκότωσε μόνος του περισσότερους από τριάντα τούρκους. Τελικά όμως πιάστηκε αιχμάλωτος καί οδηγήθηκε στόν Χουσεΐν μπέη. Ούτε εκεί λύγισε καί αφού έσπασε τά δεσμά του, άρπαξε τό μαχαίρι από τή ζώνη ενός Οθωμανού, σκότωσε άλλους δύο γιά νά βρεί ηρωϊκό θάνατο κατατρυπημένος από τά κτυπήματα τών μαχαιριών τών υπόλοιπων τούρκων.
Ο Μάρκος Μαλλιαράκης, γνωστός καί σάν Διακομάρκος, ήταν από τούς πρώτους καραβοκύρηδες πού εξόπλισε τό μπριγαντίνι του “Λεωνίδας”, γιά νά σηκώσει τό λάβαρο τής επανάστασης στήν Κάσο τόν Απρίλιο τού 1821. Τόν Ιούνιο τού 1821, είχε βοηθήσει μέ δικά του εφόδια καί έξοδα τούς Κρητικούς, ενώ στίς 28 Ιουλίου είχε ενωθεί μέ τόν Ελληνικό στόλο καί είχε επιτεθεί στόν εχθρό πού έπλεε κοντά στήν Κώ. Τό 1823 διορίστηκε έπαρχος καί οργάνωσε αποτελεσματικά τή διοίκηση καί τήν άμυνα τού νησιού. Αντιπροσώπευσε τήν Κάσο στή Β’ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους Κυνουρίας, τό 1823.
Ύστερα από τίς σφαγές, η Κάσος τών 7000 κατοίκων ερήμωσε. Τό νησί γέμισε από τά κουφάρια τών ανθρώπων πού κάποτε τό κατοικούσαν καί τού έδιναν ζωή. Οι όμορφες γυναίκες μέ τά παιδιά τους γλύτωσαν τήν ζωή τους, αφού οι Τουρκοαιγύπτιοι τίς μετέφεραν γιά νά τίς πουλήσουν στά σκλαβοπάζαρα τής Αλεξάνδρειας. Ο Γιβραλτάρ, όμως πού ήθελε πληρώματα γιά τά πλοία του, υποσχέθηκε στούς επιζήσαντες άνδρες ότι θά τούς ελευθέρωνε τίς οικογένειες εάν αυτοί επάνδρωναν τά πλοία του. Δυστυχώς, πολλοί ήταν εκείνοι πού τόν πίστεψαν καί μπήκαν στήν υπηρεσία τού Αιγύπτιου ναυάρχου, χωρίς φυσικά νά δούν ποτέ τά αγαπημένα τους πρόσωπα, πού ήδη είχαν πουληθεί καί διασκορπιστεί στίς εσχατιές τών μουσουλμανικών χωρών.
Ο Γιβραλτάρ, όταν μετά από λίγο καιρό συνάντησε τό Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ, τού είπε κομπάζοντας: “Η Κάσος σβήστηκε από τό χάρτη. Δέν αφήσαμε ούτε ρουθούνι ζωντανό…” Ο Γάλλος, προφανώς εκνευρισμένος μέ τήν αλλαζονεία τού μουσουλμάνου, τού απάντησε: “Αγαπητέ μου, δέν έκανες τίποτα σπουδαίο. Οι Έλληνες θά επανέλθουν καί θά αναγεννηθούν από τίς στάχτες τους, όπως ο μυθικός Φοίνιξ τής Ελληνικής μυθολογίας.”
Πηγή: Περί Πάτρης
Ο Ιερός Λόχος είχε συγκροτηθεί από φοιτητές και νέους Έλληνες της διασποράς και με ηγέτη τον Αλ. Υψηλάντη επαναστάτησε κατά των Οθωμανών στην Μολδοβλαχία όπου υπήρχε πολύ ισχυρή ελληνική παροικία.
Ο Κεφαλονίτης ναύαρχος Ανδρέας Σφαέλος και ο Ιθακήσιος χιλίαρχος Βασίλειος Καραβίας πρωταγωνίστησαν στις μάχες του Ιερού Λόχου μαζί με εκατοντάδες άλλους Κεφαλονίτες μέλη της Φιλικής Εταιρείας και του Ιερού Λόχου.
Στην πόλη Γαλάτσι υψώθηκε για πρώτη φορά στα νεότερα χρόνια η ελληνική σημαία, όμως η ήττα του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι και η σύλληψη του Υψηλάντη σήμανε το τέλος της Φιλικής Εταιρείας που οργάνωσε την ελληνική επανάσταση. Τη σκυτάλη πήραν οι επαναστάτες στην Πελοπόννησο.
ΟΙερός Λόχοςήταν στρατιωτικό σώμα που ιδρύθηκε από τον πρίγκιπαΑλέξανδρο ΥψηλάντηστηΦωξάνη, πόλη στα όρια της Μολδαβίας με τη Βλαχία, στα μέσα Μαρτίου του 1821 και συγκροτήθηκε από εθελοντές σπουδαστές των ελληνικών παροικιών της Μολδοβλαχίας και της Οδησσού, κυρίως. Ήταν η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική μονάδα τηςΕλληνικής Επανάστασης του 1821και του ελληνικού στρατού γενικότερα. Ο Υψηλάντης πίστευε πως οι νεαροί αυτοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν την ψυχή του στρατού του. Γι’ αυτό τους ονομάτισε από το κλασικό όνομα τουΙερού Λόχουτων Θηβών.
ΣτηΦωξάνη, μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης των Ιερολοχιτών οργανώθηκε μεγαλοπρεπής τελετή ορκωμοσίας, κατά την τσαρική εθιμοτυπία. Αμέσως μετά την ορκωμοσία ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μίλησε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και παρέδωσε τη Σημαία του Ιερού Λόχου στον αρχηγό του Λόχου Γεώργιο Καντακουζινό. Στη συνέχεια οι Ιερολοχίτες παρέλασαν με βήμα στρατιωτικό τραγουδώντας πολεμικό θούριο που είχε συγγράψει ο 20 χρόνια πριν οΑδαμάντιος Κοραήςγια την «Ταξιαρχία των Ακροβολιστών της Ανατολής» τουΒοναπάρτηπου πολεμούσε στην Αίγυπτο και στην οποία ταξιαρχία συμμετείχαν Έλληνες. Στους πρώτους 120 ιερολοχίτες προστέθηκαν και άλλοι αργότερα φτάνοντας τους 400, ενώ η οργάνωση του σώματος αυτού ολοκληρώθηκε στο Τιργοβίτσι.
.
Στολή
Οι άνδρες του Ιερού Λόχου ήταν πεζοί και ιππείς εφοδιασμένοι με καραμπίνες και ξιφολόγχες. Έφεραν στολές, όπως γράφει και στην ιστορία του, ο ιστορικός Φιλήμων, που αποτελούσε μίγμα ελληνικής και ευρωπαϊκής στολής, από μαύρο ύφασμα, καλούμενοι εξ αυτού μελανοφόροι ή μαυροφόροι, φέροντας επίσης στο μαύρο πηλίκιο τρίχρωμο λοφίο, (ως εθνόσημο), κάτω από το οποίο υπήρχε η φράσηΕλευθερία ή Θάνατοςκαι το σήμα της νεκροκεφαλής με χιαστί οστά σαν σύμβολο της νίκης πάνω στον θάνατο.
.
Σημαία
Η σημαία του Ιερού Λόχου ήταν τρίχρωμη, το κόκκινο συμβόλιζε τον πατριωτισμό, το λευκό την αδελφοσύνη και το μαύρο τη θυσία. Στη μία πλευρά της σημαίας αναγραφόταν τοΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑκαι υπήρχε η εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Στην άλλη πλευρά υπήρχε η εικόνα του Φοίνικα αναγεννόμενου από τις φλόγες και αναγραφότανΕΚ ΤΗΣ ΣΤΑΚΤΗΣ ΜΟΥ ΑΝΑΓΕΝΝΩΜΑΙ.
.
Οργάνωση
Διοικητής του Ιερού Λόχου διορίστηκε οΓεώργιος Καντακουζηνός, πρώην ανώτερος αξιωματικός του τσαρικού στρατού – ο οποίος σύντομα παραμερίστηκε από τον Υψηλάντη – και υπασπιστής οΑθανάσιος Τσακάλωφ, συνιδρυτής τηςΦιλικής Εταιρείας. Εκατόνταρχοι του Ιερού Λόχου ήταν ο Σπυρίδων Δρακούλης, δραματικός ηθοποιός, από την Ιθάκη, ο Κωνσταντινουπολίτης Δημήτριος Σούτσος, αδελφός του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου, ο Κεφαλλονίτης Λουκάς Βαλσαμάκης , ο Πελοποννήσιος Ανδρόνικος, ο Φαναριώτης Αλέξανδρος Ρίζος, γιος του πρωθυπουργού της Μολδαβίας Ιάκώβο Ρίζο Νερουλό, ο Ρίζος από τα Ιωάννινα και ο Χιώτης Ιωάννης Κρόκιας.
Εκτός όμως από το Πεζικό τμήμα δημιουργήθηκε και Ιππικό με στολές Ουσάρων και Κοζάκων. Για δε την οργάνωση του Ιππικού σημαντικά χρηματικά ποσά διέθεσε επίσης και ο ηγεμόνας της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσος.
.
Όρκος Ιερού Λόχου
Στην Φωξάνη, οι σπουδαστές που δεν είχαν καμιά στρατιωτική εμπειρία άρχισαν να γυμνάζονται και να εκπαιδεύονται στην χρήση των όπλων και της λόγχης. Η ορκωμοσία τους έγινε στο ναό της πόλης:
«Ως Χριστιανός ορθόδοξος και υιός της ημετέρας Καθολικής Εκκλησίας, ορκίζομαι στο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της Αγίας Τριάδας να μείνω πιστός εις την Πατρίδα μου και εις την Θρησκείαν μου.
Ορκίζομαι να ενωθώ με όλους τους αδελφούς μου Χριστιανούς δια την ελευθερίαν της Πατρίδος μας.
Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός μου υπέρ της θρησκείας και Πατρίδος μου.
Να αποθάνω μετά των αδελφών μου υπέρ της Ελευθερίας της Πατρίδος και της Θρησκείας μου.
Να φονεύσω και αυτόν τον ίδιον τον αδελφόν μου, εάν τον εύρω προδότην της Πατρίδος μας. Να υποτάσσομαι στον υπέρ της Πατρίδος μου αρχηγόν, Να μη βλέψω εις τα όπισθέν μου, εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος και Θρησκείας μου.
Να λάβω τα όπλα εις κάθε περίστασιν, ευθύς μόλις ακούσω ότι ο Αρχηγός μου εκστρατεύει κατά των τυράννων και να συγκαταφέρω άπαντας τους φίλους και γνωρίμους μου εις το να με ακολουθήσωσιν. Να βλέψω πάντοτε τους εχθρούς μου με μίσος και με περιφρόνησιν. Να μη παρατήσω τα όπλα προτού να ιδώ ελευθέραν την Πατρίδα μου και εξολοθρευμένους τους εχθρούς της.
Να χύσω το αίμα μου, ίνα νικήσω τους εχθρούς της θρησκείας μου ή ν΄ αποθάνω ως μάρτυς δια τον Ιησού Χριστόν.
Ορκίζομαι τέλος πάντων εις το της Θείας Μεταλήψεως φοβερόν Μυστήριον ότι θα υστερηθώ της Αγίας Κοινωνίας εις την τελευταία μου εκείνην ώρα, εάν δεν εκτελέσω απάσας τας υποσχέσεις, τας οποίας έδωσα ενώπιον της εικόνος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού».
.
.Θούριο Ιερού Λόχου
Το θούριο αυτό που υιοθέτησαν και τραγουδούσαν οι Ιερολοχίτες το είχε συγγράψει 20 χρόνια πριν ο Αδαμάντιος Κοραής.
Φίλοι μου συμπατριώται
δούλοι ν΄ άμεθα ως πότε;
των αγρίων μουσουλμάνων
της Πατρίδος των τυράννων
Έφθασεν ω φίλοι τώρα
εκδικήσεως η ώρα.
Η κοινή πατρίς φωνάζει
με τα δάκρυα μας κράζει!
Γίνομεν Γραικοί γενναίοι;
δράμετ΄ άνδρες τε και νέοι
κι είπατε μεγαλοφώνως
Είπατε όλοι τε συμφώνως
Κι΄ ασπαζόμεν΄ εις τον άλλον
μ΄ ενθουσιασμόν μεγάλο
νέως πότε η τυραννία;
Ζήτω η Ελευθερία!
.
«Οι Ιερολοχίτες μάχονται στο Δραγατσάνι», πίνακας του Πέτερ Φον Ες.
Η πρώτη μεγάλη μάχη (πλην διαφόρων μικροσυμπλοκών) που επιλέγει να δώσει ο Υψηλάντης, είναι στην κωμόπολη του Δραγατσανίου, όπου είναι εγκατεστημένη ισχυρή φρουρά με ιππικό των Τούρκων. Μετά από μία τριήμερη δύσκολη πορεία κάτω από πολύ κακές καιρικές συνθήκες, ο Ιερός Λόχος θα φτάσει απέναντι από το Δραγατσάνι όπου θα στρατοπεδεύσει.
Την επόμενη ημέρα,7 Ιουνίου1821, θα ξεκινήσουν οι αψιμαχίες, προτού καταφτάσει όλο το στράτευμα, με την αποτυχημένη επίθεση του ελληνικού ιππικού τουΒασιλείου Καραβία. Ο Ιερός Λόχος, με επικεφαλής τονΝικόλαο Υψηλάντη, έσπευσε προς βοήθεια με 375 αξιωματικούς και οπλίτες, αλλά η φυγή του τμήματος τουΚαραβίαανάγκασε τους Ιερολοχίτες να πολεμήσουν μόνοι τους χωρίς την υποστήριξη ιππικού. Πριν προφτάσει ο Ιερός Λόχος να σχηματίσει τετράγωνα, επιτέθηκε το τουρκικό ιππικό με αρχηγό τον Καρά Φέιζ και χώρισε το Λόχο στα δύο. Η μάχη ήταν σκληρή και αιματηρή. Οι Ιερολοχίτες πολέμησαν ηρωικά και έγραψαν μια ένδοξη σελίδα στη νεοελληνική ιστορία.
Οι απώλειες ήταν σημαντικές, οι εκατόνταρχοι, ο σημαιοφόρος του Λόχου, 25 αξιωματικοί και 180 στρατιώτες έπεσαν νεκροί, ενώ 37 Ιερολοχίτες αιχμαλωτίστηκαν και στάλθηκαν στο Βουκουρέστι κι από εκεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποκεφαλίστηκαν. Στη κρίσιμη στιγμή της μάχης έφτασε οΓεωργάκης Ολύμπιοςο οποίος διέσωσε τους υπόλοιπους, 136 συνολικά, μεταξύ των οποίων και ο αρχηγόςΝικόλαος Υψηλάντηςκαι ο υπασπιστής του Ιερού ΛόχουΑθανάσιος Τσακάλωφ, και τη σημαία του Λόχου από το σημείο που είχε πέσει ο σημαιοφόρος. Ο Νικόλαος Υψηλάντης σώθηκε τυχαία από έναν φιλέλληνα Γάλλο αξιωματικό, που τον ανέβασε στο άλογό του.
ΟΑλέξανδρος Υψηλάντηςκατέφυγε στο Ρίμνικο, όπου συνέταξε την τελευταία διαταγή του στις 8 Ιουνίου 1821, με την οποία στιγμάτισε την προδοσία του πολιτικού και στρατιωτικού του επιτελείου και εξήρε την αυτοθυσία του Ιερού Λόχου:
«Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων και του Ιερού Λόχου, όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα δια την ευδαιμονίαν της πατρίδος, δεχτήτε δι’ εμού τας ευχαριστήσεις των ομογενών σας! Ολίγος καιρός και στήλη θα αναγερθή να διαιωνίση τα ονόματά σας. Με χαρακτήρες φλογερούς είνε εγκεχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου, τα ονόματα εκείνων όσοι μέχρι τέλους μ’ έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησίς των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν ποτό της ψυχής μου» .
Στο κοιμητήριο του Δραγατσανίου στη Ρουμανία υπάρχει το Μνημείο των Πεσόντων Ιερολοχιτών.
Pώτησαν κάποτε τον πυρπολητή Κανάρη, εκείνο το σεμνό ήρωα του ΄21, που ΄γινε κατόπιν ναύαρχος, υπουργός και πρωθυπουργός.
Ίσως ένας από τους πιο παρεξηγημένους αγωνιστές του Εικοσιένα από την μετεπαναστατική ιστοριογραφία στέκεται ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Είναι αλήθεια ότι από την προεπαναστατική του δράση είχε αποκτήσει αντιπάθειες λόγω κυρίως της συναναστροφής του με τον μέντορα του Αλή πασά.
Ἡ ναυμαχία τῆς Ἐρεσοῦ θεωρεῖται ἡ πρώτη κατά μέτωπο ναυμαχία πού ἔδωσαν οἱ Ἕλληνες ναυμάχοι στήν ἑλληνική ἐπανάσταση τοῦ 1821 μέ πλοῖο γραμμῆς, δίκροτο, τοῦ τότε αὐτοκρατορικοῦ ὀθωμανικοῦ στόλου, ἡ ὁποία καί διεξήχθη στίς 27 Μαΐου 1821 στόν ὅρμο Ἐρεσού τῆς Λέσβου. Πρωταγωνιστῆς τῆς ναυμαχίας αὐτῆς ἦταν ὁ Δημήτριος Παπανικολής ὁ ὁποῖος καί ἐπιχείρησε γιά πρώτη φορά μέ ἀπόλυτη ἐπιτυχία “πυρπόληση” μέ χρήση “καυστικοῦ” ὅπως λεγόταν ἀρχικά το πυρπολικό μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀνατίναξη τοῦ ἐχθρικοῦ πλοίου.
Σαν σήμερα πεθαίνει ο γιος του Κολοκοκτρώνη, αγωνιστής του '21 και πολιτικός. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 26 Μαΐου έως τις 10 Οκτωβρίου του 1862. Ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης γεννήθηκε το 1805 στη Ζάκυνθο και ήταν δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Κατερίνας Καρούσου. Το προσωνύμιο «Γενναίος», με το οποίο είναι γνωστός, του δόθηκε από τους συναγωνιστές του, λόγω της γενναιότητας που επεδείκνυε στα πεδία των μαχών κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.
Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του από την Πελοπόννησο. Γράμματα δεν έμαθε και από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια εργάστηκε «ως μούτζος εις τα πλοία», όπως αναφέρει στα «Απομνημονεύματά του». Μόλις ξέσπασε η Επανάσταση πήγε στην Πελοπόννησο και τέθηκε υπό τις διαταγές του πατέρα του.
Παρά το νεαρό της ηλικία του, έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και τον επόμενο χρόνο στην πολιορκία της Πάτρας. Στη συνέχεια μετέβη στη Δυτική Ελλάδα, επικεφαλής 400 ανδρών, για να λάβει μέρος στην εκστρατεία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στην Ήπειρο, αλλά επέστρεψε στην Πελοπόννησο πριν από την καταστροφική μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822).
Μέσα στο 1822 έλαβε μέρος στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου) και το 1823 στην πολιορκία και άλωση του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου. Επέδειξε αξιοσημείωτες στρατιωτικές ικανότητες και προήχθη στον βαθμό του χιλίαρχου. Στο διάστημα των Εμφυλίων συγκρούσεων (1823-1824) τάχθηκε στο πλευρό του πατέρα του, αλλά δεν φυλακίστηκε, όπως ο Γέρος του Μοριά.
Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο ανέπτυξε σημαντική πολεμική δράση και διακρίθηκε στις μάχες των Τρικόρφων (24 Ιουνίου 1825), της Πολιανής (21 Μαΐου 1826), της Τραμπάλας (5-7 Ιουνίου 1826), και της Δαβιάς (14 Αυγούστου 1826). Τον Μάρτιο του 1827, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, έφθασε στην Αττική για να ενισχύσει τον αγώνα του Καραϊσκάκη. Συμμετείχε στη Μάχη του Δαφνίου (21 Μαρτίου 1827). Μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη (23 Απριλίου 1827) και τη Μάχη του Αναλάτου (24 Απριλίου) επέστρεψε στην Πελοπόννησο και συνέχισε τον αγώνα του κατά του Ιμπραήμ. «Μέχρι της αναχωρήσεως του Ιμπραήμ (1828) κατά τας περιστάσεις έκαμε πολλούς ακροβολισμούς και εις πολλάς θέσεις. Ο Γενναίος ήταν ο μόνος στρατηγός, που έμπαινε εις το ρουθούνι των Αράβων, εζάλισε κατά τούτο τον Ιμπραήμ και το μαρτυρεί όλη η Πελοπόννησος» γράφει ο ιστορικός του Αγώνα Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος).
Κατά την καποδιστριακή περίοδο έλαβε μέρος στην πολιορκία και την άλωση της Ναυπάκτου (Απρίλιος 1829) και προήχθη στον βαθμό του συνταγματάρχη. Μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, του οποίου υπήρξε θερμός φίλος, η δράση του υπήρξε παράλληλη με την στάση του πατέρα του, όπως και κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Μετά τη χορήγηση χάριτος και την αποφυλάκιση του καταδικασμένου σε θάνατο πατέρα του, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα και το 1841 προήχθη σε υποστράτηγο.
Πιστός στον Όθωνα, τάχθηκε κατά της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, γεγονός που τον οδήγησε σε ολιγόμηνη φυγή από την Ελλάδα. Μετά την επάνοδό του διορίστηκε γερουσιαστής, διατηρώντας παράλληλα τη στρατιωτική του ιδιότητα. Το 1852 κατέστειλε την εξέγερση του Παπουλάκου στη Μάνη και το 1862 κατέπνιξε τη λεγόμενη Ναυπλιακή Επανάσταση. Στις 26 Μαΐου 1862 σχημάτισε την τελευταία κυβέρνηση του Όθωνα, σε μια προσπάθεια να σώσει τον θρόνο. Το αντιοθωνικό ρεύμα είχε φουντώσει και ο Κολοκοτρώνης αντιλαµβανόµενος τις δυσκολίες των περιστάσεων υπέβαλε δυο φορές την παραίτησή του, τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο του 1862. Και οι δυο παραιτήσεις δεν έγιναν δεκτές και τελικά η κυβέρνησή του ανατράπηκε στις 11 Οκτωβρίου 1862, με την έξωση του Όθωνα. Έζησε για λίγο στην Ιταλία και τον Φεβρουάριο του 1863 επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά δεν αναμίχθηκε έκτοτε στην πολιτική. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης άφησε δύο πολύτιμα έργα-πηγές για την ιστορία της Επανάστασης και την πρώτη περίοδο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: τα «Ελληνικά Υπομνήματα, ήτοι επιστολάς και διάφορα έγγραφα αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν» (1856) και τα «Απομνημονεύματα» (1955).
Από το 1828 ήταν παντρεμένος με τη Φωτεινή Τζαβέλα (1809-1890), κόρη του σουλιώτη πολέμαρχου Φώτου Τζαβέλα, η οποία διατέλεσε κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Το ζευγάρι απέκτησε έξι παιδιά: τον στρατιωτικό, πολιτικό και λογοτέχνη Θεόδωρο Κολοκοτρώνη-Φαλέζ (1829-1894), τη Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, τη Ζωίτσα Μανέτα και την Ευφροσύνη Κολοκοτρώνη.
Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης πέθανε από ανίατη ασθένεια στις 23 Μαΐου 1868.
Πηγή: sansimera.gr, OnAlert
Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (11 Μαΐου 1771 – 22 Μαΐου 1825) ήταν Ελληνίδα ηρωίδα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Με καταγωγή από την αρβανίτικη κοινότητα της Ύδρας, η Λασκαρίνα Πινότση, όπως ήταν το όνομά της, γεννήθηκε στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 1771, όταν η μητέρα της, Παρασκευώ (Σκεύω), επισκέφθηκε τον σύζυγό της και πατέρα της Λασκαρίνας, Σταυριανό Πινότση, ο οποίος ήταν ετοιμοθάνατος και είχε φυλακιστεί εκεί από τους Τούρκους επειδή είχε συμμετάσχει στην επανάσταση της Πελοποννήσου το 1769-1770, τα γνωστά Ορλωφικά.
Μετά τον θάνατο του πατέρα της, επέστρεψε μαζί με την χήρα μητέρα της στην Ύδρα όπου έζησαν για τέσσερα χρόνια. Ύστερα μετακόμισαν στις Σπέτσες, όταν η μητέρα της παντρεύτηκε τον εντόπιο καπετάνιο Δημήτριο Λαζάρου-Ορλώφ.
Από την παιδική της ηλικία η Λασκαρίνα είχε πάθος με την θάλασσα και με τις ιστορίες ναυτικών, καθώς και με τον Θούριο του Ρήγα Φεραίου για την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους που ήταν υπό τουρκικό ζυγό για 400 περίπου χρόνια.
Παντρεύτηκε για πρώτη φορά το 1788 όταν ήταν 17 χρονών, τον Δημήτριο Γιάννουζα (σκοτώθηκε το 1797), με τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Ο δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Δημήτριος Μπούμπουλης, τον οποίο παντρεύτηκε σε ηλικία 30 ετών το 1801 και από τον οποίο πήρε και το όνομα και έγινε γνωστή ως «Μπουμπουλίνα».
Όμως και οι δύο σύζυγοι της, Σπετσιώτες καπεταναίοι, σκοτώθηκαν σε ναυμαχίες εναντίον πειρατών που έκαναν ληστρικές επιδρομές στα παράλια της Ελλάδας. Ειδικά ο Μπούμπουλης σκοτώθηκε το 1811 από βόλι στο μέτωπο.[6].
Όταν ξεκίνησε η ελληνική επανάσταση, είχε σχηματίσει δικό της εκστρατευτικό σώμα από Σπετσιώτες, τους οποίους αποκαλούσε «γενναία μου παλικάρια». Είχε αναλάβει να αρματώνει, να συντηρεί και να πληρώνει τον στρατό αυτό μόνη της όπως έκανε και με τα πλοία της και τα πληρώματά τους, κάτι που συνεχίστηκε επί σειρά ετών και την έκανε να ξοδέψει πολλά χρήματα για να καταφέρει να περικυκλώσει τα τουρκικά οχυρά, το Ναύπλιο και την Τρίπολη. Έτσι τα δύο πρώτα χρόνια της επανάστασης είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία.
Στις 13 Μαρτίου 1821, στο λιμάνι των Σπετσών, η Μπουμπουλίνα ύψωσε στο κατάρτι του πλοίουΑγαμέμνων την δική της επαναστατική σημαία, την οποία χαιρέτησε με κανονιοβολισμούς. Η σημαία αυτή είχε κόκκινο περίγυρο και μπλε φόντο και απεικόνιζε έναν βυζαντινό μονοκέφαλο αετό ο οποίος κρατούσε μια άγκυρα και έναν φοίνικα. Ο αετός ο οποίος είχε τα φτερά γυρισμένα προς τα κάτω, συμβόλιζε το σκλαβωμένο Ελληνικό έθνος, το οποίο θα αναγεννιόταν όπως ο φοίνικας με την βοήθεια του Ναυτικού, το οποίο συμβόλιζε η άγκυρα. Το λάβαρο αυτό η Μπουμπουλίνα το εμπνεύστηκε από το λάβαρο της βυζαντινής Δυναστείας των Κομνηνών. Στις 3 Απριλίου και ανήμερα των Βαΐων, οι Σπέτσες, πρώτες από όλα τα νησιά, επαναστατούν ενώ το Μάιο οι Σπέτσες, η Ύδρα και τα Ψαρά αποτελούσαν τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις της επαναστατημένης Ελλάδας.
Η Μπουμπουλίνα, ως επικεφαλής μοίρας πλοίων – 8 πλοία, από τα οποία τρία ήταν δικά της – έπλευσε προς το Ναύπλιο το οποίο ήταν ένα απόρθητο οχυρό εφοδιασμένο με 300 κανόνια και αποτελούμενο από τρία φρούρια, το Μπούρτζι, την Ακροναυπλία και το Παλαμήδι. Τα πληρώματα του στόλου της αποβιβάστηκαν στο κοντινό λιμάνι, στους Μύλους του Άργους (δίπλα στην αρχαία Λέρνα) και με τον ενθουσιασμό της έδωσε θάρρος στο πλήρωμά της και στους Αργείους για την πολιορκία του Ναυπλίου, που είναι μια απαράμιλλη πράξη ηρωισμού. Αρχικά έδινε κατευθύνσεις στους άντρες της και αργότερα συμμετείχε η ίδια στην μάχη.
Εκτός από την πολιορκία του Ναυπλίου, πήρε μέρος στον ναυτικό αποκλεισμό της Μονεμβασιάς και στην παράδοση του κάστρου της, καθώς και στην πολιορκία του Νεοκάστρου της Πύλου και τον ανεφοδιασμό του Γαλαξιδίου, όπου κυβερνήτες ήταν τα παιδιά και τα αδέλφια της. Στη μάχη του Χάραδρου κοντά στο Άργος, ένα σώμα Σπετσιωτών πολεμιστών αντιμετώπισε 2.000 Τουρκαλβανούς, οι οποίοι είχαν σταλεί από τον Χουρσίτ Πασά με επικεφαλής τον Βελή-μπέη, με σκοπό την εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τους εξεγερμένους Έλληνες. Εκεί ο γιος της Μπουμπουλίνας, Γιάννης Γιάννουζας, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός του σώματος αυτού, σκοτώθηκε ηρωϊκά. Αυτή η μάχη έδωσε χρόνο στους άοπλους Αργείους να τρέξουν και να κρυφτούν στα γύρω βουνά.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 1821 κατά την άλωση της Τριπολιτσάς, η Μπουμπουλίνα βοήθησε να σωθεί το χαρέμι του Χουρσίτ Πασά με κίνδυνο της ζωής της, γιατί όπως λέγεται είχε υποσχεθεί στην Σουλτάνα όταν την είχε συναντήσει στην Κωνσταντινούπολη για βοήθεια το 1816, ότι οποιαδήποτε Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, αυτή θα της την έδινε. Έτσι η γυναίκα του Πασά που της ζήτησε να σώσει το χαρέμι, την ευχαρίστησε που έσωσε τις γυναίκες του χαρεμιού και τα παιδιά τους. Πριν την άλωση της Τριπολιτσάς, η Μπουμπουλίνα έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο έξω από την πόλη όπου συνάντησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, η φιλία και ο αλληλοσεβασμός των οποίων οδήγησε στο να παντρευτούν τα παιδιά τους Πάνος Κολοκοτρώνης και Ελένη Μπούμπουλη. Η Μπουμπουλίνα έπαιρνε μέρος στα πολεμικά συμβούλια και στις αποφάσεις ως ισάξια των άλλων οπλαρχηγών, της απονέμεται ο τίτλος της «Καπετάνισσας» και της «Μεγάλης Κυράς».
Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Έλληνες στις 30 Νοεμβρίου 1822, το νεοσύστατο κράτος της έδωσε κλήρο στην πόλη ως ανταμοιβή για την προσφορά της στο έθνος και η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε εκεί. Στα τέλη του 1824, η Ελλάδα υποφέρει από τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όπου η Κυβέρνηση Κουντουριώτη (η κυβέρνηση των Καπεταναίων των νησιών) υπερισχύει του συνασπισμού των Κοτζαμπάσηδων και των Στρατιωτικών της Πελοποννήσου, με αποτέλεσμα ο Πάνος Κολοκοτρώνης, που διατελούσε φρούραρχος Ναυπλίου, να δολοφονηθεί και ο Κολοκοτρώνης να συλληφθεί και να φυλακιστεί μαζί με άλλους οπλαρχηγούς σε ένα μοναστήρι της Ύδρας, τον Προφήτη Ηλία. Η Μπουμπουλίνα αντέδρασε και ζήτησε την αποφυλάκιση του Κολοκοτρώνη[10], λόγω του σεβασμού που έτρεφε προς αυτόν. Τότε η ίδια κρίνεται επικίνδυνη από την Κυβέρνηση και συλλαμβάνεται δύο φορές από το Υπουργείο Αστυνομίας με εντολή να φυλακιστεί. Τελικά η Μπουμπουλίνα εξορίστηκε στις Σπέτσες χάνοντας τον κλήρο γης που το Κράτος της είχε παραχωρήσει στο Ναύπλιο.
Το 1825 και ενώ η Μπουμπουλίνα ζούσε στις Σπέτσες, πικραμένη από τους πολιτικούς και την εξέλιξη του Αγώνα και έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της στον πόλεμο, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε μεγάλο κίνδυνο. Στις 12 Φεβρουαρίου ο Αιγύπτιος ναύαρχος Ιμπραήμ Πασάς με έναν τουρκο-αιγυπτιακό στόλο, αποβιβάζεται στο λιμάνι της Πύλου στην Πελοπόννησο με 4.400 άντρες, σε μια τελευταία προσπάθεια να σταματήσει την επανάσταση. Η Μπουμπουλίνα, παραμερίζοντας την δυσαρέσκειά της για τους πολιτικούς και καθοδηγούμενη μόνο από την φιλοπατρία της, άρχισε να προετοιμάζεται για νέες μάχες όταν έρχεται όμως τότε το άδοξο τέλος της, στις 22 Μαΐου 1825. Ο μικρότερος γιός της από τον πρώτο της γάμο, ερωτεύεται την κόρη της πολύ πλούσιας οικεγένειας των Κουτσαίων στις Σπέτσες. Οι Κουτσαίοι ήταν πάρα πολύ πλούσια οικογένεια και πρόκριτοι των Σπετσών, οι οποίοι όμως δεν ήθελαν τον γάμο μεταξύ των δύο οικογενειών διότι η Μπουμπουλίνα είχε ξοδέψει πια την τεράστια περιουσία της και είχε παραπέσει οικονομικά. Υπάρχει και η εκδοχή ότι η κοπέλα αυτή, Ευγενία Κούτση, ήταν ήδη λογοδοσμένη να πάρει κάποιον άλλον πλουσιότερο Σπετσιώτη. Οι δύο νέοι όμως αγαπιούνται, κλέβονται και πάνε στο σπίτι του πρώτου άντρα της Μπουμπουλίνας, του Δημήτριου Γιάννουζα. Η Μπουμπουλίνα μαθαίνει το γεγονός και πάει και αυτή στο σπίτι να δει τι γίνεται, λίγο αργότερα καταφθάνουν και οι Κουτσαίοι πολύ εξαγριωμένοι με την απαγωγή, την οποία θεώρησαν μεγάλη προσβολή σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής. Κατά την διάρκεια μιάς πάρα πολύ μεγάλης λογομαχίας μεταξύ Μπουμπουλίνας και Κουτσαίων, κάποιος από αυτούς την πυροβολεί – καθώς ήταν σκοτάδι η ταυτότητα του δράστη είναι μέχρι και σήμερα άγνωστη – το βόλι την πετυχαίνει στο μέτωπο και την αφήνει αμέσως νεκρή. Έτσι η Μπουμπουλίνα, που αφιέρωσε όλη της τη ζωή για την απελευθέρωση του έθνους της, σκοτώθηκε άδοξα. Οι Ρώσοι μετά τον θάνατό της, της απένειμαν τον τίτλο της «Ναυάρχου», έναν τίτλο με παγκόσμια μοναδικότητα για γυναικεία μορφή.
Στις αρχές του 1825 η Ελληνική Επανάσταση διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο, όχι μόνο από τον Ιμπραήμ, αλλά και εξαιτίας του εμφύλιου σπαραγμού. Ο αιγύπτιος πολέμαρχος, μετά την κατάληψη του Νεόκαστρου (κάστρου της Πύλου), γρήγορα έγινε κυρίαρχος σχεδόν όλης της Μεσσηνίας και ετοιμαζόταν να βαδίσει κατά της Τριπολιτσάς, διοικητικού κέντρου της Οθωμανικής Πελοποννήσου, που κατείχαν οι Έλληνες από το 1822.
Εξημερόθημεν έχοντες υπ όψιν τόν εχθρόν όντα κατά τήν Άνδρον, ημείς ορτζάρομεν μέ μαϊστραλάκι (βορειοδυτικός άνεμος) τόν εχθρόν όντα κατά τόν κάβο Δόρον (ακρωτήριο Κάβο Ντόρος) μέ σύσημον (σήμα) όλα τά πλοία νά κρατούν πολλά πανιά, προχωρούντες είδομεν όλην τήν μικρήν αρμάδα ήτις ήτον ήδη απερασμένη τόν κάβο τής Άνδρου, αλλ’ ευρίσκετο εις γαλήνην είδομεν δέ καί έως 20 κομμάτια μεγάλα περιμαζευμένα εις ένα αυλάκι τής Άνδρου, όθεν καί αυξήσαμεν πανιά προχωρούμεν εμπρός μέ λεπτόν άνεμον μαϊστραλάκι.
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...