
Τράπεζα Ἰδεῶν
Θησαύρισμα ἰδεῶν καί ἀναφορῶν γιά τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό
info@tideon.org
« Μετέστη προς την ζωήν »
H ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η αειπάρθενος Μαριάμ, αξιώθηκε να ζήσει την τιμιότερη ζωή, που έζησε ποτέ άνθρωπος! Γιατί μόνη Αυτή «εν γυναιξί» εξελέγη για να προσφέρει στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού τις μητρικές Της υπηρεσίες! Απέβη έτσι το Πρόσωπο της ευδοκίας αυτής της Αγίας Τριάδος! Κατέστη όντως το πιο κοντινό και στενό Πρόσωπο που συνεδέθη ποτέ με τον Κύριο του παντός!
Πρώτη Αυτή πληροφορή- θηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ για τη θεία υπόσταση του μέλλοντος να γεννηθεί εξ αυτής υπερφυώς, ότι δηλαδή θα είναι ο Υιός του Θεού. Και πρώτη Αυτή άκουσε από το αρχαγγελικό στόμα το όνομα, το όποιο θα είχε ως άνθρωπος: « Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν » ( Λουκ. α', 31).
Για εννέα μήνες Τον έφερε στα σπλάγχνα Της! Και όταν « ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι καί ἔτεκεν τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» ( Λουκ. β', 7), με πόση στοργή θα έσκυβε επάνω Του και θα ατένιζε το θείο Βρέφος! Με πόση ευλάβεια θα Το κρατούσε στην αγκάλη Της και θα Το γαλουχούσε ως νήπιο!
Και ανέθρεψε ως παιδί το δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ! Παρακολούθησε κατόπιν όλη Του την άγια ζωή και δράση στον κόσμο. Έζησε την οδύνη του θείου Πάθους και του σταυρικού Του θανάτου ως ρομφαία, που διαπέρασε τα μητρικά Της σπλάγχνα! Αλλά και γεύτηκε η Παναγία μας την ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση της Ανάστασης του Υιού Της! Παραβρέθηκε στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ίδρυσης της Εκκλησίας στο υπερώο της Ιερουσαλήμ! Είδε και πληροφορήθηκε το θρίαμβο του Υιού Της με τη θαυμαστή εξάπλωση της Εκκλησίας στον κόσμο!
Τι απέμενε άραγε γι' Αυτήν πλέον; Πως μπορούσε να παραμένει ακόμα στη γη, η περισσότερο από όλους τους αγίους αγιασμένη, η Κεχαριτωμένη Μαρία; Γι' αυτό, όταν ήλθε η ώρα που ο Θεός ορίζει για κάθε άνθρωπο, το σώμα Της έμεινε χωρίς πνοή στο νεκρικό κρεβάτι! Και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας παρέδωσε το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού Της!
Ναι. Και την Παναγία την επισκέφτηκε ο θάνατος!
Ο θάνατος! Ο κοινός κλήρος όλων εκείνων που φέρουν την ανθρώπινη φύση. Δεν κάνει εξαίρεση ούτε και σ' αυτούς τους άγιους του Θεού. Πως ήταν δυνατό, επομένως να εξαιρεθεί και η Θεοτόκος, καίτοι υπήρξε των αγίων αγιωτέρα και ενδοξότερα των ουρανίων δυνάμεων και τιμιωτέρα των Χερουβίμ;
Ο ιερός Δαμασκηνός -στο σχετικό λόγο για την Παναγία- μας παρουσιάζει τη Θεοτόκο όχι μόνο να αποδέχεται το θάνατο, αλλά και να επείγεται να συναντήσει το Μονογενή Της- γι' αυτό και Τον παρακαλεί να δεχθεί στα θεϊκά Του χέρια την « φίλην » σ' Αυτόν ψυχή Της. Γράφει ο άγιος Πατήρ: «Στα χέρια Σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίδω. Δέξου μου τη δική σου φίλη ψυχή, που άμεμπτη κράτησες. Σε Σένα και όχι στη γη το σώμα μου αφήνω. Φύλαξε το σώο εκείνο, το όποιο έκανες κατοικία, το οποίο διατήρησες παρθενικό και όταν γεννήθηκες. Πλησίον Σου πάρε με, για να κατοικήσω με Σένα και εγώ, με Σένα που είσαι των σπλάγχνων μου η φύτρα. Προς Σένα βιάζομαι να έλθω. Προς Σένα, ο Όποιος ήλθες και με επισκέφθηκες, χωρίς να χωρισθείς από τον Πατέρα Σου» (1).
Πόσο εκπληκτικό! Η Μητέρα της ζωής, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η μεγαλώνυμη Θεοτόκος, δέχεται νέκρωση!
Αλλά, γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου να είναι άξια και αφορμή απορίας; Ε άν ο Κύριος Ιησούς, που έγινε άνθρωπος, γεύθηκε το ποτήριο του θανάτου, πως να μη το γευθεί η Κόρη της Ναζαρέτ, που υπήρξε γυναίκα θνητή; Υπάρχει κανείς άνθρωπος, ο όποιος θα ζήσει επάνω στη γη και δεν θα πεθάνει;» (2) αναρωτιέται ο Προφήτης. Και ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει: «Επιφυλάσσεται σε κάθε άνθρωπο να πεθάνει μια φορά» (3).
Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η Παναγία γεύθηκε τον πικρό θάνατο. Διότι, όπως σημειώνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης: «Εάν δεν υπάρχει, κατά το λόγιο, άνθρωπος, ο οποίος έζησε και δεν δοκίμασε θάνατο-άνθρωπος δε, και του ανθρώπου πέρα, και η υμνουμένη τώρα Παναγία, έχει δειχθεί βεβαίως τρανώς ό τι και Αυτή ξεπλήρωσε το ίδιο με μας νόμο της φύσεως, εάν όχι ίσα με μας, αλλά πάνω από μας» (4).
Αναντίρρητα, ο θάνατος είναι σκληρός. Αλλά από τη στιγμή που ο Χριστός νίκησε το θάνατο και ανέστη εκ νεκρών, ο θάνατος έπαυσε να προκαλεί τη φρίκη και την απόγνωση στους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων δεν είναι γεγονός θλιβερό. Είναι χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Εγώ ο άνθρωπος θεώθηκα», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός, «απαθανατίσθηκα εγώ ο θνητός... διότι ξεντύθηκα το ένδυμα της φθοράς και φόρεσα την αφθαρσία καθώς τυλίχθηκα την αλουργίδα της Θεότητας» (5).
Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό γιατί θ άνατος της « ζωαρχικής Μητέρας» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται κάματος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και « εκδημία >> ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Και εάν ακόμη λεχθή «θάνατος», όμως είναι θάνατος ζωηφόρος και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου, κατά τον ιερό Δαμασκηνό (6).
Πότε κοιμήθηκε η Θεομήτωρ; Δεν γνωρίζομε. Η Καινή Διαθήκη δεν μας δίνει πληροφορίες για το πότε γεννήθηκε η κόρη της Ναζαρέτ, αλλ' ούτε και για το πότε απέθανε. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου έγραφε τα εξής σχετικά:
«Οι Γραφές δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για το τέλος της Θεοτόκου, ούτε εάν απέθανε, ούτε εάν δεν απέθανε1 ούτε εάν τάφηκε, ούτε εάν δεν τάφηκε » (7). Και προσθέτει χαρακτηριστικά ο αυτός πατήρ: «Αν απέθανε η αγία Παρθένος και τάφηκε, με τιμή η κοίμηση Της και με αγνεία η τελευτή και με παρθενία το στεφάνι. Αν δέχθηκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς έχει γραφεί "την καρδιά σου θα διαπεράσει μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι" και τότε μεταξύ των μαρτύρων η δόξα Της και το άγιο Της σώμα με μακαριότητα αναπαύθηκε» (8).
Οπωσδήποτε ο θάνατος της Μητροπάρθενης Κόρης δεν υπήρξε ένα άδοξο γι' Αυτή γεγονός. Αυτός ο ίδιος ο Υιός Της και Σωτήρας, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του ήλθε « πρός τήν οἰκείαν λοχεύτριαν »· και «υπηρετεί με δεσποτικές παλάμες την παναγία και θεϊκωτάτη Μητέρα και υποδέχεται την ιερή ψυχή» (9). Συνοδευόμενος δε από όλους τους αγγέλους και τους άγιους την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανό, αλλ' έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, στα επουράνια ’για των Αγίων.
Ο ιερός Δαμασκηνός περιγράφει με πολύ στοργικό και τρυφερό τρόπο αυτήν την υποδοχή της ψυχής της Παναγίας μας εκ μέρους του Υιού Της. Μας παρουσιάζει τον Κύριο Ιησού να προσκαλεί να έλθει κοντά Του η πάναγνη Μητέρα Του, της Όποιας η αρετή υπερβαίνει σε θελκτικότητα όλα τα αρώματα. Λέει , λοιπόν, ο Νυμφίος Χριστός στην Αειπάρθενο:
«Έλα, ευλογημένη μου Μητέρα, να ξεκουρασθείς. Σήκω, έλα κοντά Μου, η ενάρετη μεταξύ των γυναικών, διότι ο χειμώνας αφού παρήλθε, ήλθε η ώρα για να κόψουμε κλαδιά. Η ωραία κοντά Μου, και μώμος δεν υπάρχει σ ε Σένα. Η ευωδία των μύρων Σου ξεπερνά όλα τα αρώματα » (10) .
Και γεμάτος θαυμασμό για τη μετάσταση Της απορεί και γράφει: «Ω πως ο ουρανός υποδέχθηκε Αυτή, που υπήρξε πλατύτερη από τους ουρανούς! Πως δέχθηκε ο τάφος Αυτήν, η οποία δέχθηκε τον Θεό! Ναι, Τη δέχθηκε, και Τη χώρεσε, διότι δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με το σωματικό Της όγκο- διότι πως ένα σώμα τριών πήχεων, που όλο και φυραίνει, θα μπορούσε να ξεπεράσει το πλάτος και το μάκρος του ουρανού; Με τη θεία χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, διότι το θεϊκό είναι πέραν από κάθε σύγκριση. Ω, το ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα» (11).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν παρευρέθηκαν στην εκδημία της Παναγίας μας βασιλείς και αυτοκράτορες. Δεν συνόδευσαν την πομπή οι πρίγκιπες και οι ηγεμόνες των κοσμικών βασιλείων. Παρίσταντο όμως «οι αυτόπται του Λόγου θεράποντες», οι άγιοι Απόστολοι! Το εκφράζει ο υμνωδός, όταν ψάλλει εκ μέρους της Θεοτόκου: « Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανή τῷ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μον, παράλαβέ μου τό πνεῦμα » (12).
Αλλά και στους αίνους ομολογούμε: « Ἐκ περάτων, συνέδραμον, Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, θεαρχίῳ νεύματι τοῦ κηδεύσαί Σε· καί ἀπό γῆς αἰρομένην Σέ πρός ὕψος θεώμενοι, τήν φωνήν τοῦ Γαβριήλ ἐν χαρά ἀνεβόων Σου, χαῖρε ὄχημα τῆς Θεότητος ὅλης, Χαῖρε, μόνη τά επίγεια τοῖς ἄνω τῷ τοκετῷ Σον συνάψασα» (13) .
Και ήταν φυσική αυτή η σύναξη -«εκ περάτων» της γης- των Αγίων Αποστόλων, με σκοπό να αποδώσουν την αρμόζουσα τιμή στην Πάναγνη Μητέρα του θείου Διδασκάλου τους. Και τούτο, διότι ο ενταφιασμός της Θεοτόκου μόνο των άξιων Αποστόλων ήταν καθήκον.
Έπρεπε να προπέμψουν οι οικείοι και οι μαθητές τη Μητέρα του Διδασκάλου. Αυτοί ενετύλιξαν το σεπτό σώμα Της με τη σινδόνα και το ενταφίασαν.
Αυτή η πράξη των αγίων Αποστόλων υπήρξε απόλυτα σύμφωνη και με την προτύπωση της Θεοτόκου με την Κιβωτό της Π. Διαθήκης και την ερμηνεία της. Γι' αυτό και ο ιερός Δαμασκηνός, υπενθυμίζοντας την προτύπωση, γράφει:
«Εσένα, την αληθινή Κιβωτό του Κυρίου και Θεού, σήκωσαν στους ώμους η σύναξη των Αποστόλων, καθώς κάποτε οι ιερείς την Κιβωτό, που ήταν η προτύπωσή Σου, Σένα ακούμπησαν στον τάφο και Σένα έστειλαν με αυτόν, σαν να ήταν κάποιος Ιορδάνης, στην αληθινή γη της επαγγελίας, ναι, την "άνω Ιερουσαλήμ", τη μητέρα όλων των πιστών, αυτήν "που τεχνούργησε και έπλασε ο Θεός" (14).
Κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας - την οποία αναφέρει ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος, όταν βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την Δ' Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451 μ.Χ.) - κατέφθασε στη βασίλισσα Πουλχερία, μετά την ταφή της Αειπαρθένου Μαρίας, ένας από τους αγίους Αποστόλους, που δεν κατόρθωσε να είναι παρών την ήμερα της ταφής Της, και ζήτησε να προσκυνήσει το « θεοδόχον σώμα» Της. Τότε « ἤνοιξαν τήν σορόν », αλλά « τό μέν σῶμα Αὐτῆς τό πανύμνητον οὐδαμῶς εὑρεῖν ἠδυνήθησαν »· βρήκαν μόνο « τά ἐντάφια Αυτῆς ». Και αφού δοκίμασαν « ἄφατον εὐωδίαν ἠσφαλίσαντο τήν σορόν ». Γεμάτοι έκπληξη από « τό τοῦ μυστηρίου θαῦμα » σκέπτονταν αυτό μόνο: " Ὅπως ὁ Θεός Λόγος καί Κύριος τῆς δόξης εὐδόκησε «κατ' ἰδίαν ὑπόστασιν » να σαρκωθεί και να γίνει άνθρωπος « ἐξ Αὐτῆς » και να γεννηθεί με σάρκα, και όπως «μετά τόν τόκον » διαφύλαξε άφθορη την παρθενία Της, έτσι πάλι ο Ίδιος « εὐδόκησε καί μετά τήν ἐντεῦθεν ἀποβίωσιν » της Θεοτόκου να τιμήσει « τό ἄχραντον καί ἀ μίαντον σῶμα Της» με την αφθαρσία και την μετάθεση του στη αιωνιότητα «προ της κοινής και καθολικής αναστάσεως» (15).
Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης ομιλεί όμως περί αναστάσεως της Θεοτόκου την τρίτη ημέρα μετά την Κοίμηση Της. Λέγει το εξής:
«Το να αναστηθεί από των νεκρών η Παναγία και να αναληφθεί με το σώμα και να είναι ήδη ζωντανή στους ουρανούς το δεχόμαστε, διότι αυτό είναι « ἀσυγκρίτως θεομητροπρεπέστερον τοῦ νεκράν αὐτήν εἶναι », δηλαδή από του να μένει « τό ἄχραντο σῶμα Της νεκρόν » στην γη, « ὡς χωρισμένον τῆς ζωοποιούσης αὐτό ἁγιωτάτης ψυχῆς » (16).
Σεβόμενοι βέβαια την άποψη του αγίου Νικόδημου, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία μας δεν δίδαξε ότι η Θεοτόκος ανελήφθη με το πανάσπιλο σώμα Της στον ουρανό και ότι μετέστη με αυτό στην αΐδιο δόξα και μακαριότητα. Διότι ούτε η Αγία Γραφή, ούτε η Αποστολική Παράδοση αναφέρουν το γεγονός αυτό. Για το γεγονός αυτό δίνουν διάφορες λεπτομέρειες μόνο τα Απόκρυφα, και αυτά τον τέταρτο αιώνα.
Στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία «πρώτη μνεία» περί της Μεταστάσεως της Θεοτόκου γίνεται σε κάποιο λόγο, ο όποιος αποδίδεται «ψευδώς εις το Μόδιστον των Ιεροσολύμων (700)» (17).
Η γιορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία άρχισε να γιορτάζεται από τον έκτο αιώνα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι τρεις λόγοι του ιερού Δαμασκηνού δεν αναφέρονται στη Μετάσταση, αλλά « εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Πανυμνήτου καί ὑπερενδόξου εὐλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας» (18).
Και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου -μένοντας πιστός στη σιωπή των Γραφών ως προς το τέλος της Θεοτόκου- αφήνει μετέωρη τη σκέψη μας ως προς το θέμα αυτό, ενώ παράλληλα εξηγεί τον πιθανό λόγο για τον όποιο ο Θεός θέλησε να ταφεί στην σιωπή το μυστήριο του θανάτου της Παναγίας μας. Σημειώνει, λοιπόν, ο άγιος Επιφάνιος :
«Πέθανε η αγία Παρθένος και έχει θαφτεί, με τιμή αυτής η κοίμηση (...) με μαρτυρία η δόξα Της, και με μακαρισμούς το άγιο Της σώμα (...). Το τέλος Της κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά και εάν νομίζουν μερικοί ότι κάνουν λάθος, να ζητήσουν μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, και θα βρουν ότι δεν αναφέρεται ο θάνατος της Μαρίας. Ούτε εάν πέθανε, ούτε εάν δεν έχει πεθάνει· ούτε εάν έχει θαφτεί·(...) απλώς σιώπησε η Γραφή για το υπερβολικό του θαύματος, για να μην οδηγήσει σε έκπληξη τη διάνοια των ανθρώπων. Διότι εγώ δεν τολμώ να πω, αλλά σκεπτόμενος να ασκώ σιωπή(...) δεν λέω ότι έμεινε αθάνατη- αλλά δεν πείθομαι, εάν έχει πεθάνει. Διότι υπερέβαλε η Γραφή τη διάνοια την ανθρώπινη, και την άφησε μετέωρη για το σκεύος το τίμιο και εξοχότατο· για να μην υποπτευθεί κάποιος περί Αυτής σαρκικά πράγματα» (19).
Επιπλέον η Ορθόδοξη αγιογραφία εικονογραφεί την « Κοίμησιν της Θεοτόκου» και όχι την « ανάληψίν » Της. «Η Θεομήτορ ιστορείται νεκρά, εξαπλωμένη επί φερέτρου » (20).
«Τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων ἐνώπιον τοῦ Κυρίου» ( Ψαλμ. ριε', 6). Ομολογουμένως τιμιότατος υπήρξε ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το διαλαλεί η Παράδοση, η οποία παρουσιάζει την Παναγία μας να μεταβαίνει προς την πραγματική Ζωή με τη σεπτή Της Κοίμηση· και ενώ κυκλώνεται από το νέφος των ουρανίων Δυνάμεων και των αγίων Αποστόλων, παραδίδει την αγία και ακηλίδωτη ψυχή Της στον Υιό και Θεό Της. Κι οι εμπνευσμένοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας ψάλλουν:
«Την Ζωήν ἡ κυήσασα, πρός τήν Ζωήν μεταβέβηκας, τῇ σεπτῇ Κοιμήσει Σον, τήν ἀθάνατον, δορυφορούντων ἀγγέλων Σοι, Ἀρχῶν καί Δυνάμεων, Ἀποστόλων, Προφητῶν, καί ἁπάσης τῆς κτίσεως δεχόμενου τε ἀκηράτοις παλάμαις τοῦ Υἱοῦ Σον τήν ἀμώμητον ψυχήν Σον, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε » (21). .
Και τα αναρίθμητα πλήθη των πιστών, που κατακλύζουν τους ιερούς Ναούς κατά την ένδοξη γιορτή της Κοιμήσεως Της, διακηρύττουν την εγκόσμιο και υπερκόσμιο δόξα της Θεοτόκου:
« Τῇ ἐνδόξω Κοιμήσει Σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται, καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα· πᾶσα ἡ γῆ δέ εὐφραίνεται, ὠδήν Σοι ἐξόδιον προσφωνοῦσα τῇ Μητρί, Τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, ἀπειρόγαμε Παναγία Παρθένε, ἡ τό γένος τῶν ἀνθρώπων ρυσαμένη προγονικῆς ἀποφάσεως » (22) .
Με πάλλουσα δε από συγκίνηση καρδιά κάθε ευσεβής πιστός μυστικά δέεται προς τη Μητέρα όλων των ανθρώπων: « Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σε ἀνατίθημι...».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) « Εἰς χεῖρας σου, τέκνον, τό πνεῦμα μου παρατίθημί · δέξαι μου τήν σήν φίλην ψυχήν, ἥν ἐτήρησας ἄ μεμπτον σοι τόν ἐ μόν σῶμα καί οὐ τῇ γῇ παραδίδω· φύλαξον σῶον, ὅ κατοικῆσαι ηὐδόκησας καί γεννηθείς παρθένον ἐτήρησας · πρός σέ μέ μετάστησον , ἵ ν ' ὅπου εἶ σύ, τῶν ἐμῶν σπλάγχνων τό κύημα, ἔσομαι κἀγώ σοι συνέστιος · πρός σέ γάρ ἐπείγομαι τόν πρός ἐμέ ἀδιαστάτως τοῦ Πατρός καταφοιτήσαντα » (Ρ. G. 96, 736).
(2). « Τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὅς ζήσεται καί οὔκ ὄ ψεται θάνατον;» ( Ψαλμ. πη', 49).
(3). « Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν » (Εβρ. θ΄, 27).
(4). « Εἰ γάρ οὐκ ἐστί, κατά τό λόγιον, ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καί οὐκ ὄψεται θάνατον ἄνθρωπος δε καί ἀνθρώπου ἐ πέκεινα καί ἡ νῦν ὑμνούμένη (η Παναγία), δέδεκται δήπου τρανῶς ὡς καί αὕτη τόν ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως εἰ καί μή καθ' ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ ' ὑπέρ ἡμᾶς » (Ρ G. 97, 1053).
(5). « Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, ὁ θνητός ἠ θανάτισμαι, την φθοράν ἀπημφίεσμαι, τήν ἀ φθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος » (Ρ G . 96, 725).
(6). Ρ G 96, 716 ΑΒ C.
(7). « Ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν καί εὕρωσιν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται, οὔτε εἰ μή τέθαπται » (Ρ G 42, 716).
(8). « Ἤτοι ἄν ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος, καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις, καί ἐν ἀγνεία ἡ τελευτή καί ἐν παρθενίᾳ ὁ στέφανος· ἤτοι ἄν ἀνηρέθη, καθώς γέγραπται " καί τήν ψυχήν αὐτῆς διελεύσεται ρομφαῖα " ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαριστῷ τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα » (Ρ G 43, 737).
(9). « Δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ παναγίᾳ ταύτῃ καί θειοτάτη οἵα μητρί λειτουργῶν τήν ἱεράν ψυχήν ὑποδέχεται » (Ρ G 96, 705).
(10). « Δεῦρο, εὐλογημένη μου Μήτηρ, εἰς τήν ἀνάπαυσίν μου ἀκούσασα. Ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, ἡ καλή μου, ἡ καλή ἐν γυναιξίν, ὅτι ἰδού ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ καιρός τῆς τομῆς ἔφθασε. Καλή ἡ πλησίον μου, καί μῶμος οὐκ ἐστίν ἐν σοι. Ὀσμή μύ ρων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα » (Ρ G 96, 736).
(11). «Ὤ, πῶς οὐρανός ὑπεδέξατο τήν πλατυτέρα οὐρανῶν χρηματίσασαν·πῶς δέ τάφος τό τοῦ θεοῦ δοχεῖον ἐχώρησε · καί ἐδέξατο, καί κεχώρησεν. Οὐ γάρ σω ματικοῖς ὄγκοις οὐρανοῦ πλατύτερον χωρίον ἐγένετο · πῶς γάρ τό τρίπηχον τό ἀεί λεπτυνόμενον σῶμα, εὕρεσί τε καί μήκεσιν οὐρανοῦ παραβληθῆναι δυνήσεται ; Τῇ δέ χάριτι μᾶλλον διά ὕψους καί πλάτους τό μέτρον ὑ περηκόντισε " τό γάρ θεῖον ἀσύγκριτον. "Ὤ, ἱεροῦ καί θαυμαστοῦ καί σεβασμίου καί προσκυνητοῦ μνήματος» (Ρ G 96, 720).
(12). « Oἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ συναθροισθήκατε ἐδῶ στό χωρίο Γεσθημανῆ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μου, παράλαβε μου τήν ψυχή».
(13). «Από τα πέρατα του κόσμου έτρεξαν οι πρόκριτοι Απόστολοι, με το νεύμα του Θεού για να Σε κηδεύσουν και από τη γη υψωμένη προς τα άνω, ενώ Την έβλεπαν, με την προσφώνηση του Γαβριήλ με χαρά Σε εφώναζαν Χαίρε όχημα όλης της Θεότητας" Χαίρε, μόνη που με τον τοκετό Σου σύναψες τα επίγεια με τα ουράνια».
(14). « Σέ τῶν Ἀποστόλων ὁ δῆμος τήν ἀληθῆ κιβωτόν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐπί τῶν ὤμων ἀράμενος, ὡς πάλαι ποτέ οἱ ἱερεῖς τήν τυπικήν κιβωτόν, καί ἐν τάφῳ θέμενοι δι' αὐτοῦ ὡς δι' Ἰορδανοῦ τινός ἐπί τήν ἀληθῆ τῆς ἐπαγγελίας παρέπεμπον γῆν, τήν ἄνω φημί Ἱερουσαλήμ, τήν πάντων τῶν πιστῶν μητέρα, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός» (Ρ G 96, 717-720).
(15). Ρ G 96, 741 Β, 728 C .
(16). Νικόδημου Αγιορείτου : « Ἑρτοδρόμιον », σελ. 653.
(17). Π. Ν. Τρεμπέλα: Δογματική τῆς Ὀ ρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Β' σελ. 215-216.
(18). Ρ G 96, 700, 721, 753.
(19). « Ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις (...) ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαρισμοῖς τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα (,..). Τό τέλος Αὐτῆς οὐδείς ἔγνω. Ἀλλά καί εἰ δοκοῦσί τίνες ἐσφάλθαι, ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν, καί εὕρωσιν ἄν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται· (...) ἁπλῶς ἐσιώπησεν ἡ Γραφή, διά τό ὑπερβάλλον τοῦ θαύματος, ἵνα μή εἰς ἔκπληξιν ἀγάγῃ τήν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων. Ἐγώ γάρ οὐ τολμῷ λέγειν, ἀλλά διανοούμενος σιωπήν ἀσκῶ (...) οὐ λέγω ὅτι ἀθάνατος ἔμεινεν ἀλλ' οὔτε διαβεβαιοῦμαι ὅτι τέθνηκεν. Ὑπερέβαλε γάρ ἡ Γραφή τόν νοῦν τόν ἀνθρώπινον, καί ἐν μετεώρῳ εἴασε διά τό σκεῦος τό τίμιον καί ἐξοχώτατον · ἵνα μή τίς ἐν ὑπονοίᾳ γένηται περί αὐτῆς σαρκικῶν πραγμάτων» (Ρ G 42, 737 Α, 716 Β C ).
(20). Κ. Καλοκύρη : «Μαρία» (εικονογραφία) Θ.Η.Ε. τόμος 8ος, σελ. 700.
(21). «Συ η οποία γέννησες τη Ζωή (τον Χριστό), προς τη Ζωή έχεις μεταβεί, με τη σεπτή Σου Κοίμηση, την αθάνατη, ενώ δορυφορείσαι από αγγέλους. Αρχές και Δυνάμεις, Αποστόλους, Προφήτες, και όλη την κτίση που γίνεται δεκτή από τα καθαρά χέρια του Υιού σου η άμωμη ψυχή Σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε ».
(22). «Με την ένδοξη Κοίμηση Σου οι ουρανοί χαίρονται, και των αγγέλων τα στρατεύματα πανηγυρίζουν και όλη η γη ευφραίνεται, με εξόδιο ύμνο στη Μητέρα Εκείνου, που δεσπόζει όλων των ανθρώπων Συ που είσαι άπειρη από γάμο, Παναγία Παρθένε, εκείνη που λυτρώνεις το ανθρώπινο γένος από την προγονική απόφαση».
Πηγή: (Αρχιμ. Καλλιστράτου Ν. Λυράκη, Η Παρθενομήτωρ, εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2003, σσ. 256-268.), ΤΡΙΒΩΝΙΟ
Όταν ο πατριάρχης Ιακώβ, αναχωρώντας από τη πατρική εστία, εξαιτίας της κατ’ αυτού απειλής του αδελφού του Ησαύ, έφθασε κοντά στη δύση του ηλίου σε έρημο τόπο, πήρε έναν λίθο, τον έβαλε κάτω από το κεφάλι του και κοιμήθηκε. Είδε τότε σκάλα στηριγμένη στη γη, της οποίας η κεφαλή έφθανε στον ουρανό και οι Άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν σε αυτήν, ο δε Κύριος στηριζόταν πάνω της… Όταν σηκώθηκε ο Ιακώβ από τον ύπνο, είπε: «Ως φοβερός ο τόπος ούτος! Ουκ έστι τούτο αλλ’ ή οίκος Θεού και αύτη η πύλη του ουρανού» (Γεν. 28:17).
Η σκάλα εκείνη η μυστική ήταν τύπος και εικόνα της νοητής κλίμακας, της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, της οποίας την σεβάσμια Κοίμηση περιχαρώς εορτάζουμε.
Μετά την παράβαση και παρακοή των πρωτοπλάστων, μεταξύ ουρανού και γης δεν υπήρχε καμία επικοινωνία. Πεθαίνοντας οι άνθρωποι μετέβαιναν στον Άδη. Πέρασαν περίπου πέντε χιλιάδες έτη και δεν βρισκόταν μέσον για να επικοινωνήσει η γη με τον ουρανό, ο άνθρωπος με τον Θεό. Υπήρχε τείχος. Υπήρχε φραγμός αδιάρρηκτος. Βρέθηκε, τέλος, το μέσον που χάλασε τον μεσότοιχο, διέρρηξε τον φραγμό, κατέβασε από τους ουρανούς τον Θεό, ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό, ένωσε τα επίγεια με τα επουράνια και έγινε εύκολη η διάβαση και η ανάβαση των ανθρώπων από τη γη στα ουράνια. Όλα, όλα αυτά γνωρίζετε, αγαπητοί μου, ποιος τα επετέλεσε; Η πανύμνητη Παρθένος που εορτάζουμε σήμερα!
Ω μεγαλεία, μεγαλεία της Παρθένου! Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, ποιος θα τα διηγηθεί! Αν εκείνος ο ουρανόπεμπτος αρχάγγελος Γαβριήλ, που υπηρέτησε στο μέγα αυτό μυστήριο, εξεπλάγη από θαυμασμό, πώς εμείς οι ταλαίπωροι, υλικοί και χοϊκοί να μην έλθουμε σε απορία και έκσταση; Αλλά ας παραλείψουμε τα του ύψους του μυστηρίου, και ας στραφούμε στο ζήτημα της σωτηρίας. Στο πώς δηλαδή θα σωθούμε και πώς θα μπορέσουμε να ανεβούμε στον ουρανό μέσω της νοητής κλίμακας, της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Όσοι, αγαπητοί μου αδελφοί, επιθυμείτε να ανεβείτε από τη γη στον ουρανό, να γίνετε πολίτες της άνω Ιερουσαλήμ, συμπολίτες των Αγγέλων και οικείοι του Θεού, υιοί Θεού και θεοί κατά χάριν, ελάτε και ακούστε. Στρέψετε τα αυτιά της ψυχής και του σώματος και προσέξτε τους λόγους μου, του ελαχίστου και ευτελούς. Σας μιλώ με αγάπη και αλήθεια και με συγκίνηση καρδιάς. Σας λέω με πλήρη πεποίθηση ότι δεν θα βρείτε άλλο μέσον ούτε ευκολότερο ούτε ασφαλέστερο να ανεβείτε στους ουρανούς από αυτή τη νοητή κλίμακα, την Παναγία Παρθένο και Θεοτόκο Μαρία.
Κανείς ας μη διστάσει. Κανείς ας μη δειλιάσει. Κανείς ας μην αμφιβάλλει. Και αν κανείς είναι βεβαρημένος και βαρυφορτωμένος από πολλές και ποικίλες αμαρτίες, ας γίνει πρόθυμος, ας έχει θάρρος, ας μην απελπίζεται.
Αλλά πώς και με ποιον τρόπο είναι δυνατόν να ανεβούμε από τη γη στους ουρανούς; Τόσο ύψος! Αυτό είναι κόπος, κίνδυνος, φόβος. Αυτό κι εγώ το ομολογώ, ότι είναι κόπος και πόνος, αλλά υπάρχει μέσον εύκολο, η Παναγία Παρθένος, η νοητή κλίμακα, μέσω της οποίας θα ανέλθουμε στους ουρανούς.
Όσοι πιστεύετε στον Θεό, πιστεύετε ότι υπάρχει μέλλουσα κρίση και ανταπόδοση και ότι «οι τα αγαθά ποιήσαντες απελεύσονται εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5:29), και γι’ αυτό ζείτε ενάρετη ζωή, για να αξιωθείτε της ουρανίου βασιλείας, μη λησμονείτε, αλλά πάντοτε, στο στάδιο της παρούσας ζωής, να επικαλείσθε την Θεοτόκο, διότι αυτή με τη μεσιτεία της μπορεί να σας εισαγάγει στους ουρανούς.
Όσοι είστε αμαρτωλοί, απορρίψτε με ειλικρινή και καθαρή μετάνοια και εξομολόγηση τις αμαρτίες και επικαλεσθείτε με όλη σας την ψυχή τη Θεοτόκο, για να μπορέσετε να ανεβείτε στους ουρανούς. Δεν βρίσκεται άλλο μέσον να σας βοηθήσει περισσότερο από την Παναγία. «Πολλά ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου».
Αυτή είναι η πρόξενος της σωτηρίας μας. Αυτή κατέρριψε τον μεσότοιχο της μεταξύ ημών και του Θεού έχθρας. Αυτή συμφιλίωσε εμάς με τον Θεό και μας απάλλαξε από τη αιώνια καταδίκη και μας προξένησε την αφθαρσία. Αυτή είναι η γέφυρα η μετάγουσα προς την αιώνιον ζωήν, η κλίμακα που μας ανεβάζει στους ουρανούς και η ολκάς (το πλοίο) που μας οδηγεί στο ακύμαντο λιμάνι του Παραδείσου. Αυτή είναι των αμαρτωλών η σωτηρία και των Αγγέλων ο γλυκασμός. Ο ιατρός των νοσούντων και η τροφή των πεινώντων. Των πονεμένων ο πλούτος και των τυφλών η βακτηρία. Των αδικουμένων προστάτης και των ξένων η παράκληση.
Και τι να πω; Στους πάντες είναι τα πάντα η Μητέρα του Θεού και μητέρα ημών των χριστιανών. Όλοι όσοι βρισκόμαστε σε θλίψεις, συμφορές και ανάγκες προς αυτήν καταφεύγουμε, και όλοι όσοι με πίστη προστρέχουμε, τα αιτήματα λαμβάνουμε. «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε…».
Όσοι όμως είναι άπιστοι, όσοι είναι βλάσφημοι και υβριστές της Θεοτόκου, όχι μόνον τα αιτήματά τους δεν λαμβάνουν, αλλά θα έχουν και αντίδικη την Παναγία, εάν δεν σπεύσουν να μετανοήσουν.
Ας σπεύσουμε, αγαπητοί φιλόχριστοι, με τη μετάνοια και την εξομολόγηση να καθαρίσουμε τον εαυτό μας από κάθε αμαρτία, πριν έλθει η ώρα και η στιγμή του θανάτου. Ας επικαλούμαστε πάντοτε την Παναγία, γέροντες, νέοι, γυναίκες, παιδιά. Όλοι στο στόμα μας ας έχουμε το όνομα της Παναγίας. Το πρωί όταν σηκωνόμαστε, το βράδυ όταν πρόκειται να αναπαυθούμε, το όνομα της Παναγίας, του Ιησού και των Αγίων Του ας μη λείπει από το στόμα μας. Και όταν είμαστε υγιείς και όταν ασθενείς και όταν ψυχορραγούμε, ας εκπνεύσουμε με το όνομα της Παναγίας και του Ιησού στο στόμα, για να δοξασθούμε μαζί τους στους αιώνες. Αμήν.
Πηγή: (Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 29, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σελ. 67.), Κοινωνία Ορθοδοξίας
Οἱ ἑορτές τῆς Παναγίας μας, οἱ Θεομητορικές Ἑορτές καί μέσα σ' αὐτές ἡ μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἕνα Πάσχα μικρό, ἕνα Πάσχα μές τό καλοκαίρι, μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία νά ἐκφράσωμε τήν βαθειά μας εὐγνωμοσύνη πρός τήν Μητέρα τοῦ Λυτρωτοῦ μας καί δική μας Μητέρα γιά ὅτι ἔχει κάνει γιά τό ἀνθρώπινο γένος καί γιά τόν κάθε ἕνα ἀπό μᾶς. Διότι, χωρίς τή δική της συνέργεια καί προσφορά εἰς τόν Ἅγιον Τριαδικόν Θεόν δέν θα ἐνσαρκοῦτο ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Περίμενε ὁ Θεός νά βρεθεῖ μία τέτοια ἁγία ψυχή, πανάσπιλη, πάναγνη, ἡ ὁποία θά προσέφερε ὅλη τήν ἐλευθερία της εἰς τόν Θεόν, ὥστε καί ὁ Θεός νά προσφερθῆ ὁλόκληρος σ' Αὐτήν.
Κι αὐτή ἦταν ἡ εὐλογημένη Μαρία, ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ. Τήν εὐγνωμονοῦμε. Μᾶς ἔδωσε ὅ,τι πολυτιμότερο ἔχουμε στή ζωή μας. Τόν Σωτῆρα μας. Τί θά εἴμαστε χωρίς τόν Σωτῆρα Χριστόν. Οἱ ἀπελπισμένοι κατάδικοι τοῦ θανάτου. Οἱ αἰώνιοι αἰχμάλωτοι τοῦ διαβόλου. Χωρίς ἐλπίδα. Ἐάν λοιπόν ἔχωμε Σωτῆρα καί Λυτρωτή καί Θεόν τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν Θεόν ἐνανθρωπήσαντα, αὐτό τό ὀφείλουμε εἰς τήν Κυρίαν Θεοτόκον.
Γι' αὐτό ὁ ἔπαινος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι παντοτινός. Οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας εἶναι παντοτινοί κι ἀνεξάντλητοι πρός τό πρόσωπον τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κανένα πρόσωπο ἐπί τῆς γῆς δέν ἐτιμήθη μέ τόσους ὕμνους, μέ τόσες δοξολογίες, μέ τόσες διακοσμητικές ἐκφράσεις μέ ὅσες ἡ Παναγία μας...
Ἡ Ἐκκλησία ἤδη ἀπό τήν 3η Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς ἔδωσε τόν τίτλο Θεοτόκος, ὁ ὁποῖος ὅρος «Θεοτόκος» κατά τούς ἁγίους Πατέρες, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο περικλείει ὅλο τό μυστήριο τῆς σωτηρίας καί τῆς εὐσεβείας. Διότι ἠρνοῦντο οἱ αἱρετικοί ὅτι ἡ κυρία Θεοτόκος ἔτεκε Θεόν ἐνανθρωπήσαντα. Ὅμως ἡ Ἐκκλησία διετράνωσε τήν πίστι της ὅτι ἡ κυρία Θεοτόκος ἐγέννησε Θεόν ἐνανθρωπήσαντα, τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ. Ὅτι ἔγινε τό ἐργαστήριον τῆς ἀπορρήτου ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων, τῆς θείας καί τῆς ἀνθρωπίνης. Διότι, μέσα εἰς τήν ἁγίαν κοιλίαν της ἀπό τήν ὥρα τῆς συλλήψεως τοῦ Μονογενοῦς της Υἱοῦ ἡνώθη ἡ ἀνθρωπίνη μέ τήν Θεία φύσι καί ἐκυοφορήθη ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. Γι' αὐτό λοιπόν καί χαρακτηρίζεται ἐργαστήριον τῆς ἀπορρήτου ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων. Καί αὐτά ὅλα δέν πρέπει νά τά ξεχνᾶμε, δέν τά ξεχνάει ποτέ ἡ Ἐκκλησία˙ γι' αὐτό καί ὁσάκις ἡ Ἐκκλησία δοξάζει τόν Μονογενῆ της Υἱόν, δοξάζει καί τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.Δέν ὑπάρχει Ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας, σύναξι τῆς Ἐκκλησίας, πού νά μήν καλεῖται καί ἡ Κυρία Θεοτόκος νά παρίσταται κι ἐκείνη καί μᾶλλον καί νά προΐσταται τῆς Συνάξεως τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὅπως προΐστατο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων κατά τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Διότι, ὅταν ἀνελήφθη ὁ Κύριος εἰς τούς οὐρανούς ἡ Κυρία Θεοτόκος ἐνεψύχωνε, ἐνεθάρρυνε, ἐδίδασκε, καθοδηγοῦσε τούς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἦταν τρόπον τινά ἡ Γερόντισσά τους καί ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ἡ Γερόντισσα, ἡ πνευματική Μητέρα ὅλων τῶν Χριστιανῶν, ὅσων ὀρθοδόξως πιστεύουν εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν. Καί ἰδιαιτέρως νά εἶναι ἡ Γερόντισσα καί ἡ Μητέρα τῶν Μοναχῶν καί δή τῶν Ἁγιορειτῶν...
Ἐκεῖνο πού ἔκανε τήν Παναγία μας καί τήν ἀνέδειξε εἶναι ὄχι ἁπλῶς ὅτι ἐγέννησε παθητικά τόν Θεόν, τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, ἀλλά συνήργησε εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ καί εἰς τήν κυοφορίαν τοῦ Χριστοῦ καί συνήργησε διότι, ὅπως λέγει τό σημερινόν Ἀποστολικόν Ἀνάγνωσμα, τῆς πρός Φιλιππησίους Ἐπιστολῆς συμμετεῖχε κι αὐτή εἰς τό φρόνημα τοῦ Χριστοῦ... Αὐτό εἶναι τό φρόνημα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἄκρα ταπείνωσις, ἡ κένωσις, ἡ θυσία, ἡ προσφορά στό ἀνθρώπινο γένος. Κι αὐτό ἦταν καί τό φρόνημα τῆς Παναγίας μας. Δέν μποροῦσε ἐκείνη ἡ ὁποία ἐβάσταξε εἰς τούς κόλπους της τόν Θεόν νά μήν εἶχε τό ἴδιο φρόνημα μέ Ἐκεῖνον, τόν ὁποῖον κυοφοροῦσε. Αὐτό τό φρόνημα πού εἶχε ὁ Σαρκωθείς Κύριος καί ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐνεσαρκώθη καί ἐταπεινώθη καί ἐκένωσεν ἑαυτόν, αὐτό τό φρόνημα εἶχε καί ἡ ταπεινή κόρη τῆς Ναζαρέτ. Κι αὐτή ἐκένωσε τόν ἑαυτό της, προσέφερε τόν ἑαυτό της, τελείαν προσφοράν, δέν κράτησε τίποτα γιά τόν ἑαυτό της. Καί αὐτό τό φρόνημα ζητάει καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς καί ἡ Κυρία Θεοτόκος ἀπό μᾶς τούς χριστιανούς, τά παιδιά τῆς Παναγίας μας, τά τέκνα τῆς Παναγίας μας.
...Τό ἀκήρατον σκήνωμά της νοερῶς τό περιπτυσσόμεθα, τό ἀσπαζόμεθα καί τρόπον τινα καί μεῖς μετά τῶν ἁγίων Ἀποστόλων συμμετέχομεν εἰς τήν πάνσεπτον κηδείαν της, ἡ ὁποία ὅμως κηδεία δέν ἦταν παρά τό μεταίχμιο τῆς ἀναβάσεώς της εἰς τούς οὐρανούς. Διότι ἡ Κυρία Θεοτόκος, χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ Μονογενοῦς της Υἱοῦ, ἐξεδήμησε καί σωματικῶς πρός τόν οὐρανόν καί ἀνῆλθεν εἰς τόν οὐρανόν, διότι δέν μποροῦσε ἐκεῖνο τό Πανάγιο Σῶμα, τό ὁποῖον ἐκυοφόρησε τόν Θεόν νά τό φᾶνε τά σκουλήκια μέσα στή γῆ. Ἔπρεπε δεδοξασμένο νά ἀναστηθῆ καί νά καθήση στά δεξιά τοῦ Κυρίου καί νά πρεσβεύη γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Καί ἄλλοτε τό ἔχουμε πεῖ, τό λέω καί γιά ὅσους δέν τό ἄκουσαν, τούς ἀδελφούς προσκυνητάς, ἡ Παναγία μας εἶναι τό πρῶτο πρόσωπο τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό ὁποῖον ἀνέστη, ἐκρίθη, ἐδικαιώθη, ἐδοξάσθη καί κάθεται εἰς τά δεξιά τοῦ Χριστοῦ, πρεσβεύουσα ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου.
Συνεπῶς τήν Δευτέρα Παρουσία, ὅταν ὅλοι θά ἀναστηθοῦμε καί θά βρεθοῦμε μπροστά στό Βῆμα τοῦ Κυρίου θά ἔχουμε τήν Παναγία μας μεσίτρια καί προστασία καί βοήθεια.
Γιά ὅλα αὐτά λοιπόν τήν εὐγνωμονοῦμε καί τήν παρακαλοῦμε νά μᾶς φωτίση νά μήν εἴμεθα ἀνάξια παιδιά της, ἀλλά νά κάνουμε τόν ἀγῶνα μας τόν καθημερινό καί νά ἔχουμε τό φρόνημά της, αὐτό τό φρόνημα πού εἶχε καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τό φρόνημα τό ταπεινό, τό θυσιαστικό, τό φρόνημα τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας. Βοήθειά μας ἡ Παναγία καί καλή δύναμι στόν ἀγῶνα πού ἔχει ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς διά πρεσβειῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
Πηγή: Ακτίνες, Ἅγιος Δημήτριος Κουβαρὰ
Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ...
ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν.
Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου.
Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου (Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13).
Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν. Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ».
Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν».
Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38).
Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον.
Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της. Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι’ αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς.
Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών.
Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ’ ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι’ υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν.
Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν.
Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκον της, νὰ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλον νυμφικὸν θάλαμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδέχετο τὸν ἀθάνατον Νυμφίον, τὸν παντευλόγητον Υἱόν της, τὸν ὁποῖον προσδοκοῦσε μὲ μίαν ἀκατάσχετον ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα ἐτακτοποιήθησαν, ἐγνωστοποίησε εἰς τοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενον μυστήριον τῆς Μεταστάσεώς της καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περιεκύκλωσαν κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμόν τους, καθ’ ὅτι μετὰ Θεὸν αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθειαν.
Ἡ ἀδελφή τους ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸν χαιρετισμὸν λέγουσα: «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάμετε τὴν μετάστασίν μου ἀφορμὴν θρήνου, ἀλλὰ πλησθῆτε ἀγαλλιάσεως, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνιος εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας».
Ἐκοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώση τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριόν της εἰς τὶς δύο χῆρες οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασίαν τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα ἐκανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλον σῶμα της.
Μετὰ ταῦτα ἡ ἔνδοξος Θεομήτωρ ἀνεκλίθη εἰς ἕνα κράββατον, τὴν κλίνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Υἱόν της Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν ἐλάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις αὐτῆς. Κατόπιν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες. Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητρὸς αὐτῶν Παναγίας Παρθένου, ἐξέσπασαν εἰς λυγμούς.
Ἔπεσαν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήση ὀρφανούς. Ἐὰν ὅμως ἦταν ἀναπόφευκτος ἡ ἀναχώρησίς της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύη εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάριν καὶ τὶς πρεσβεῖες της. Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἤνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντον καὶ καθαρώτατον στόμα της καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ’ ἐμέ⋅ «οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅ Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν» ( Ἐξοδ. ιε΄, 2). Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμέ, ὅμως πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ δημιουργός. Γιὰ τοῦτο ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς αὐτόν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ εἰς πάντας τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωήν.
Παρ’ ὅλον δὲ ποὺ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ πλησίον του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ τοῦ κόσμου παντός, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύη καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῆ εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφη τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβη ὅλους εἰς μίαν ποίμνην ( Ἰωάν., ι΄16), καθ’ ὅτι ὡς καλὸς Ποιμὴν ἔδωσε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων του, γνωρίζει δὲ τὰ ἰδικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά».
Καὶ καθὼς ἡ ὑπερευλογημένη μήτηρ τοῦ Χριστοῦ τοιουτοτρόπως ὡμιλοῦσε καὶ συγχρόνως τοὺς εὐλογοῦσε, ἠκούσθη αἴφνης δυνατὴ βροντὴ καὶ ἐνεφανίσθη μία νεφέλη φερομένη ἀπὸ γαλήνιαν αὔρα. Ἀπὸ τὴν μεγαλειώδη αὐτὴν νεφέλην, ἤρχισαν νὰ πίπτουν εἰς τὴν γῆν ὡς σταγόνες μυριπνόου δρόσου οἱ ἅγιοι ἔνδοξοι μαθηταὶ καὶ Ἀπόστολοι τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνερχόμενοι «ἐπὶ τὸ αὐτό» ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης εἰς τὴν αὐλὴν τῆς Παναγίας Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας. Ἀμέσως ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ Θεολόγος Ἰωάννης, ἀφοῦ τοὺς ὑπεδέχθη καὶ ἤρεμα τοὺς ἐχαιρέτισε, τοὺς ὡδήγησε ἐνώπιον τῆς ὑπεραγίας καὶ μακαρίας Παρθένου.
Δὲν ἦλθαν μόνον οἱ δώδεκα, ἀλλὰ καὶ ἀρκετοὶ ἀπὸ τοὺς πολυάριθμους μαθητάς των οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐπιλεγῆ καὶ ἀξιωθῆ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ὅπως μᾶς τὸ δηλώνει ὁ μέγας Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολήν του.
Λέγει, δηλαδή, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Διονύσιος μαζὶ μὲ τὸν Τιμόθεον, τὸν Ἱερόθεον καὶ ἄλλους ὁμοψύχους των ἔφθασαν ἐκεῖ μὲ τοὺς Ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς Βασιλίσσης. Εἰσῆλθαν, λοιπόν, καὶ παρέστησαν ἐνώπιόν της καὶ τὴν προσεκύνησαν μετὰ δέους καὶ ἄκρας εὐλαβείας. Ἡ δὲ μακαρία καὶ Παναγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε καὶ τοὺς ἀνήγγειλε τὴν ἀναχώρησίν της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν.
Τοὺς διηγήθη ἐπίσης περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῆς κοιμήσεώς της ἐκ μέρους τοῦ ἀρχαγγέλου, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδειξε τὸ ἐπινίκιον σύμβολον τῆς Μεταστάσεώς της, τὸν κλάδον δηλαδὴ τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον τῆς ἔδωσε ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀγγέλων, τοὺς ἐπαρηγόρησε καὶ πάλι τοὺς εὐλόγησε, ἐνισχύουσα καὶ στηρίζουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος.
Ἀπεχαιρέτισε τὸν Πέτρον καὶ τὸν Παῦλον καθὼς καὶ ὅλους τοὺς λοιπούς, λέγοντας πρὸς αὐτούς: «Χαίρετε τέκνα, φίλοι καὶ μαθηταὶ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου. Εἶσθε μακάριοι, ποὺ ἔχετε κριθῆ ἄξιοι νὰ γίνετε μαθηταὶ τοῦ εὐλογητοῦ καὶ ἐνδόξου Κυρίου καὶ Δεσπότου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐνεπιστεύθη τὴν διακονίαν τοιούτων μεγίστων μυστηρίων καὶ σᾶς ἐξέλεξε συμμετόχους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν Παθῶν αὐτοῦ, γιὰ νὰ σᾶς ἀξιώση νὰ γίνετε κοινωνοὶ καὶ τῆς δόξης καὶ Βασιλείας του ὅπως σᾶς τὸ ὑπεσχέθη καὶ τὸ οἰκονόμησε ὁ ἴδιος, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης».
Τοὺς ἐξέθεσε δὲ μίαν τοιαύτην εὐλογημένην διδασκαλίαν ἀνάλογον τοῦ ὕψους τῆς δόξης της καὶ ἀφοῦ ὥρισε τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες σχετικῶς μὲ τὴν κηδείαν καὶ τὴν ταφήν της, ὕψωσε τὰ χέρια εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἤρχισε νὰ εὐχαριστῆ τὸν Κύριον ὡς ἑξῆς:
»Εὐλογῶ σε, τὸν Βασιλέα τοῦ παντὸς καὶ μονογενῆ Υἱὸν τοῦ ἀνάρχου Πατρός, τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, διότι εὐδόκησες, εὐαρεστῶν τὸν Πατέρα δι’ ἄφατον φιλανθρωπίαν νὰ σαρκωθῆς ἀπὸ ἐμὲ τὴν δούλην σου μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
»Εὐλογῶ σε, τὸν χορηγὸν κάθε εὐλογίας καὶ φωτοπάροχον, τὸν αἴτιον παντὸς ἀγαθοῦ καὶ εἰρηνάρχην, ποὺ μᾶς ἐχάρισες τὴν ἐπίγνωσίν σου καὶ τοῦ ἀνάρχου Πατρὸς καὶ τοῦ συναϊδίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος.
»Εὐλογῶ σε, γιὰ τὸ ὅτι εὐηρεστήθης νὰ κατοικήσης εἰς τὴν κοιλίαν μου ἀνεκλαλήτως.
»Εὐλογῶ σε, διότι ἠγάπησες τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑπομείνης πρὸς χάριν μας τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον, καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασίν σου νὰ ἀναστήσης τὴν φύ- σιν μας ἀπὸ τὰ ἔγκατα τοῦ Ἅδου, νὰ τὴν ἀναβιβάσης εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ νὰ τὴν δοξάσης μὲ δόξαν ἀσύλληπτον.
»Εὐλογῶ σε καὶ μεγαλύνω τοὺς λόγους σου, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέδωσες ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ καὶ πιστεύω εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν πρὸς ἐμὲ ἐπαγγελιῶν σου».
Ὅταν ἡ ἁγία καὶ ὑπερευλογημένη Θεοτόκος ἐτελείωσε τὸν αἶνον καὶ τὴν προσευχήν της, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, κινούμενοι ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν, νὰ ἀνυμνοῦν καὶ νὰ δοξολογοῦν, ὁ καθεὶς ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του καὶ τοῦ θείου φωτισμοῦ.
Ἐγκωμίασαν καὶ ἀνύμνησαν τὴν ἀπροσμέτρητον γενναιοδωρίαν τῆς θείας κυριαρχίας καὶ μὲ τὴν θαυμαστὴν θεολογίαν τους εὔφραναν τὴν καρδίαν τῆς ὑπερενδόξου Θεομήτορος, καθώς μᾶς παρέδωσε ὁ προαναφερθεὶς ἅγιος Διονύσιος εἰς τὸ κεφάλαιον ὅπου καταδεικνύει τὴν δύναμιν τῶν εὐχῶν καὶ τῆς θεολογίας ποὺ ἐξέφρασε πανευλαβῶς ὁ μακάριος Ἱερόθεος [Εἰς τὸ Περὶ θείων ὀνομάτων: «Τίς ἡ τῆς εὐχῆς δύναμις καὶ περὶ τοῦ μακαρίου Ἱεροθέου καὶ περὶ εὐλαβεί- ας καὶ συγγραφῆς θεολογικῆς», Ρ.G. 3, 681D].
Συγκεκριμένα, εἰς τὸ οἰκεῖον κεφάλαιον τοῦ λόγου του πρὸς τὸν Τιμόθεον, ἀναφέρει περὶ τῆς συναθροίσεως τῶν ἁγίων Ἀποστόλων κατὰ τὴν ἐκδημίαν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, καθὼς καὶ περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ὁ καθείς, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετράνωσε διὰ λόγων αἰνέσεως τὴν δόξαν τῆς ἀπειροδυνάμου θείας ἐξουσίας καὶ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εὐδόκησε νὰ κατέλθη εἰς τὴν γῆν χωρὶς νὰ χωρισθῆ ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους καὶ νὰ σαρκωθῆ ἀπὸ τὴν πανάμωμον Παρθένον.
Ἔκλινε τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατέβη, ἐπειδὴ ηὗρε τὴν Παναγίαν καὶ ὑπερένδοξον Μαριὰμ ὑπήκοον καὶ ὑψηλοτέραν πάσης τῆς κτίσεως· εὐδόκησε νὰ κατοικήση ἐντός της, ἐνεδύθη ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἠλέησε καὶ ἔσωσε τὸ ἀνθρώπινον γένος μὲ τὴν μεγαλειώδη καὶ ἀνέκφραστον Οἰκονομίαν του καὶ τὸ ἐδόξασε, πλουτίζων αὐτὸ μὲ τὴν Χάριν του ἕνεκα τῆς ἀνυπερβλήτου εὐσπλαγχνίας καὶ μακροθυμίας του.
Μετὰ ταῦτα ἡ ἁγία Παρθένος τοὺς εὐλόγησε γιὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ ἡ καρδία της ἐπλήσθη θείας παρηγορίας. Καὶ ἰδού, ἔλαβε χώραν ἡ μεγαλειώδης καὶ θαυμαστὴ ἄφιξις Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ καὶ Θεοῦ αὐτῆς, συνοδευομένου ἀπὸ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλα τάγματα, Σεραφίμ, Χερουβὶμ καὶ Θρόνους⋅ ὅλοι οἱ ἄγγελοι παρίσταντο ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μετὰ φόβου, καθ’ ὅσον «ὅπου βασιλέως παρουσία, καὶ ἡ τάξις παραγίγνεται».
Ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἐγνώριζε ὅλα αὐτὰ ἐκ τῶν προτέρων, τὰ προσδοκοῦσε μὲ ἀκράδαντον ἐλπίδα· γιὰ τοῦτο ἔλεγε: «πιστεύω ὅτι ὅλες οἱ πρὸς ἐμὲ ὑποσχέσεις σου θὰ πραγματοποιηθοῦν».
Ἀκολούθως εἶδαν καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἐμφανῶς, εἶδαν ἔκπληκτοι τὴν θεϊκήν του δόξαν, ὁ καθεὶς βέβαια ἀναλόγως τῆς δυνατότητος αὐτοῦ. Ἡ παροῦσα ἔλευσις τοῦ Κυρίου ἦταν μεγαλοπρεπεστέρα καὶ φοβερωτέρα τῆς πρώτης, καθ’ ὅτι τώρα ἐνεφανίσθη λαμπρότερος τῆς ἀστραπῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ Μεταμορφώσεώς του, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔδειξε παρὰ τὴν φυσικήν του δόξαν, διότι μετὰ τὴν Ἀνάληψιν ὁ Χριστὸς εἶναι ἀπρόσιτος καὶ ἀόρατος.
Ἐνώπιον τοιούτου μυστηρίου «οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα, γενόμενοι ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ. ιε΄, 6). Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε: «Εἰρήνη ὑμῖν», ὅπως παλαιά, ὅταν «εἰσῆλθε τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ( Ἰωάν. κ΄, 21, 19) εἰς τὸν ἴδιον αὐτὸν οἶκον τοῦ Ἰωάννου.
Κάτι παρόμοιον συνέβη καὶ τώρα, εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς μητρὸς τοῦ Ἀναστάντος. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι ἤκουσαν τὴν γλυκυτάτην καὶ παμπόθητον φωνὴν αὐτοῦ, ἀνεζωογονήθησαν καὶ ἐνισχύθησαν ψυχικῶς καὶ σωματικῶς καὶ ἔμειναν νὰ θεωροῦν μὲ δέος τὸ ὑπέρλαμπρον κάλλος καὶ τὴν Θείαν αἴγλην τοῦ Προσώπου του.
Ὡς ἐκ τούτου, ἡ παναγία καὶ ἄμωμος καὶ εὐλογημένη Θεοτόκος ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς κατηυγάσθη μὲ θείαν φωτοφάνειαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνη, βλέπουσα μετ’ εὐλάβειας καὶ φόβου τὴν δόξαν καὶ τὴν λαμπρότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ὁ υἱὸς καὶ Βασιλεύς της Ἰησοῦς Χριστός, ἐμεγάλυνε ἀκόμη περισσότερον τὴν θεότητά του καὶ προσηύχετο ὑπὲρ τῶν Ἀποστόλων καὶ πάντων τῶν παρόντων.
Τὶς ὕστατες αὐτὲς στιγμὲς ἐμεσίτευσε ὑπὲρ τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων πιστῶν, παρεκάλεσε ὑπὲρ τοῦ κόσμου παντὸς καὶ ὑπὲρ πάσης ψυχῆς ἐπικαλουμένης τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, ἐζήτησε δὲ ὅπου μνημονεύονται τὰ δύο αὐτὰ ὀνόματα νὰ ἐκχέεται πλούσια ἡ θεία εὐλογία.
Τότε ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία κοιτάζοντας καὶ πάλιν πρὸς τὸν Υἱόν της τὸν ἀντίκρυσε μὲ δόξαν τοιαύτην ὥστε οὐδεμία γλώσσα ἀνθρωπίνη νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὴν ἐκφράση. Καὶ εἶπεν: «Εὐλόγησόν με, Κύριε, μὲ τὴν δεξιάν σου καὶ εὐλόγησον ὅλους ὅσους σὲ δοξάζουν καὶ μνημονεύουν τὸ ὄνομά μου κάθε φορὰν ποὺ προσφέρουν εἰς σὲ τὴν προσευχὴν καὶ δέησίν των».
Ὁ Κύριος τότε ἐξέτεινε τὴν δεξιάν του, εὐλόγησε τὴν μητέρα του καὶ τῆς εἶπε: «Μακαρία σύ, ἀγαλλιάσθω ἡ καρδία σου Μαρία, εὐλογημένη ἐν γυναιξί, διότι τὸ πλήρωμα τῆς Χάριτος καὶ ὅλες οἱ δωρεὲς σοῦ ἐδόθησαν ἀπὸ τὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον· καὶ κάθε ψυχὴ ἡ ὁποία θὰ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομά μου μετ’ εὐλαβείας δὲν θὰ παραβλεφθῆ ἀλλὰ θὰ εὕρη ἔλεος καὶ παρηγορίαν εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν καὶ εἰς τὸν μέλλοντα αἰῶνα.
Σὺ δέ, πορεύου ἐν εἰρήνῃ καὶ χαρᾷ εἰς τὰ αἰώνια σκηνώματα, εἰς τοὺς ἀπέραντους θησαυροὺς τοῦ Πατρός μου, γιὰ νὰ θεωρῆς τὴν δόξαν μου καὶ νὰ εὐφραίνεσαι μὲ τὴν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἀμέσως δέ, δι’ ἐντολῆς τοῦ Κυρίου οἱ ἄγγελοι ἤρχισαν νὰ ψάλλουν ἕνα γλυκύτατον ὕμνον μὲ φωνὴν ζωηρὰν καὶ θελκτικωτάτην, ἐνῷ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔκλιναν εὐλαβῶς τὶς κεφαλές των ἐνώπιον τῆς ἁγιοπνευματικῆς μυσταγωγίας καὶ ἀφιέρωσαν μὲ τὴν σειράν τους εἰς τὴν Παρθένον μίαν ὑμνωδίαν ἀγγελομίμητον.
Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κλίμα ἡ Παναγία μήτηρ τοῦ Κυρίου παρέδωσε τὴν μακαρίαν καὶ ἀμόλυντον ψυχὴν αὐτῆς εἰς τὸν Βασιλέα καὶ υἱόν της καὶ ἐκοιμήθη ὕπνον γλυκὺν καὶ ἐράσμιον. Ὅπως εἰς τὸν ἀπόρρητον τοκετόν της ἐγέννησε ἀνωδύνως τὸν Κύριον Ἰησοῦν, τοιουτοτρόπως ἔμεινε ἀνέπαφος ἀπὸ τοὺς ἐπιθανάτιους πόνους καὶ κατὰ τὴν κοίμησίν της, καθ’ ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ Δημιουργὸς κάθε κτιστῆς φύσεως, αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶναι ποὺ τότε καὶ τώρα μετέτρεψε τοὺς φυσικοὺς νόμους.
Οἱ στρατιὲς τῶν ἀγγέλων ὕψωσαν μὲ θαυμασμὸν τὰ ἀόρατα χέρια τους καθὼς διήρχετο ἡ παναγία αὐτῆς ψυχή. Ὁ οἶκος τῆς Σιών, καθὼς καὶ ὅλη ἡ περιοχή, ἐπλήσθη ἀπὸ μίαν ἄρρητον εὐωδίαν.
Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὸ πανάχραντον σῶμα της ἐπλανᾶτο μία φωτεινὴ ὕπαρξις ἀόρατος ἀπὸ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς. Τοιουτοτρόπως ὁ Διδάσκαλος καὶ οἱ μαθηταί, τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἐπίγεια, συνώδευσαν ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἁγίαν Παρθένον.
Καὶ ὁ μὲν εὐλογητὸς Κύριος καὶ ἔνδοξος Δεσπότης τοῦ παντὸς εἰσήγαγε τὴν ἁγίαν ψυχὴν τῆς παναχράντου αὐτοῦ μητρὸς εἰς τοὺς οὐρανούς, οἱ δὲ μαθηταὶ ἀπέθεσαν τὸ πανάσπιλον σῶμα της εἰς τὴν γῆν, γιὰ νὰ τὸ ἀλείψουν μὲ ἀρώματα καὶ κατόπιν νὰ τὸ μεταφέρουν ὅπου θὰ ἐπιθυμοῦσε ἐκείνη· ἀπὸ ἐκεῖ ἔμελλε μετ’ ὀλίγον νὰ μεταστῆ εἰς τὸν Παράδεισον ἢ ὁπουδήποτε ἠθέλησε ὁ υἱὸς καὶ Θεός της.
Πηγή: (Ἀπό τό βιβλίο: «Ὁ Βίος τῆς ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας», Ἱερόν Κελλίον Ἁγίου Νικολάου «Μπουραζέρη», Ἅγιον Ὄρος, 2010), Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Ἀκτὴ Θεμιστοκλέους 190, 185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ, Τηλ. +30 210 4514833, Fax +30 210 4518476 e-mail: impireos@hotmail.com
Ἐν Πειραιεῖ τῇ 10ῃ Αὐγούστου 2016
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Ἐπισυνάπτεται ἡ Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος τήν ὁποίαν ἀπέστειλε ὁ Σεβ. Ποιμενάρχης ἡμῶν Μητροπολίτης Πειραιῶς κ.κ. Σεραφείμ ἐπί τῇ ἑορτῇ τῆς ἐνδόξου Κοιμήσεως καί Μεταστάσεως τῆς Ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας.
ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΕΠΙ ΤΗι ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ 2016
ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΦΑΛΗΡΟΥ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΕΝΤΗ
Σ Ε Ρ Α Φ Ε Ι Μ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΚΛΗΡΟΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΙΛΟΧΡΙΣΤΟΝ ΛΑΟΝ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ
* * * * * *
Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα,
“ Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε·
μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.”
Τὰ λόγια τοῦτα καταθέτουμε σήμερα προσευχητικὰ καὶ ὑμνητικά, οἱ χριστιανοὶ σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τιμώντας τὴν μεγάλη Θεομητορικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεώς Της. Οἱ στίχοι παρουσιάζουν μία κίνηση, μία δυναμική: ἀπὸ τὴ γέννηση στὴν κοίμηση, ἀπὸ τὴν κοίμηση στὴ ζωὴ τὴν ἀληθινή. Ἡ φυσικὴ τάξη τῆς φθορᾶς ἀνατρέπεται. Μέσα ἀπό τὴ λύπη ἀναδύεται ἡ χαρά· γιὰ τοῦτο τὸ λόγο τὸ πένθος μεταβάλλεται σὲ δοξολογία.
Τὸ μήνυμα τῆς ἑορτῆς προβάλει καθαρό: ἡ ζωὴ καταργεῖ τὸ θάνατο. Τοῦτο φανερώνεται περίτρανα στὸ πρόσωπο τῆς Κυρίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία γνωρίζει τὸ θάνατο, χωρὶς ὅμως νὰ παραδίδεται στὴ φθορὰ τῆς θανῆς, ἀφοῦ μετέστη κοντὰ στὸν Υἱό Της, τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ σωτηρία τῆς κάθε ψυχῆς.
Ἡ Παναγία ὡς μητέρα τῆς Ζωῆς, μετέχει στὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας ὅλων μας. Στὴ λύτρωση ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ Υἱός Της, προβάλλει μεσίτρια καὶ ἐγγυήτρια. Ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας πραγματώνεται μὲ τὶς θερμὲς πρεσβεῖες Της, οἱ ὁποῖες μᾶς δημιουργοῦν τὴ βεβαιότητα πὼς δὲν εἴμαστε ἐγκαταλελειμμένοι στὸν κόσμο τοῦτο, δὲν εἴμαστε ὁριστικὰ ὑποδουλωμένοι στὴν ἀσθένεια, στὸν πόνο, στὴν κακότητα, στὸ θάνατο.
Τὸ τροπάριο τῆς Κοιμήσεως ἀναδεικνύει τὸ ρόλο τῆς Παναγίας ὡς στήριγμα τῶν πιστῶν στὶς δυσκολίες τοῦ βίου, ὡς προστασία καὶ σκέπη τῆς ζωῆς, ὡς ἐκείνη ποὺ ἐξαφάνισε τὸ κράτος τοῦ θανάτου. Μὲ ποιὸ τρόπο ὅμως ἡ ταπεινὴ Μαριὰμ ἀναδεικνύεται ὡς τὸ κεντρικότερο πρόσωπο τοῦ σχεδίου τῆς θείας Οἰκονομίας; Ποιὰ στάση ζωῆς καὶ ποιὰ ἐπιλογὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ τὴν καθιστᾶ σκεῦος ἐκλογῆς;
Ὁ προαναφερθεὶς ὕμνος ἀπαντᾶ στὴν ἀπορία μας μὲ τρόπο ἀποκαλυπτικό. Ἡ φύλαξη τῆς Παρθενίας ἀπὸ τὴν ἀπαρχὴ ἕως τὰ ἔσχατα τοῦ βίου τῆς Θεοτόκου, εἶναι ἡ αἰτία ποὺ στὸ σεπτό Της πρόσωπο νικᾶται ἡ τάξις τῆς φύσεως, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ κατὰ τὴν σύλληψη τὸν σπίλο, κατὰ τὴν γέννα τὴ φθορά, κατὰ τὸ γῆρας τὸ θάνατο. Ἡ ἀρετὴ τῆς Παρθενίας εἶναι ἡ ἀπάντηση στὸ ἀνθρώπινο δρᾶμα.
Τί ἐννοεῖ ὅμως ἡ Ἐκκλησία ὅταν μιλᾶ γιὰ τὴν Παρθενία ὡς καθολικὴ πρόταση βίου, ποὺ ἀφορᾶ τὸν κάθε χριστιανό;
Ἡ Παρθενία ἔχει πρωτίστως σχέση μὲ τὴν ὀντολογία καὶ ἔπειτα μὲ τὴν ἠθική. Ἀποτελεῖ κατάσταση πνευματικὴ ποὺ ἀφορᾶ τὸν ὅλο ἄνθρωπο, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα του. Συνώνυμα τῆς Παρθενίας εἶναι ἡ ἁγνεία καὶ ἡ ἀθωότητα. Μὲ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ προίκισε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ Δημιουργία τοῦ Κόσμου. Ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ζοῦν ἐν ἁγνεία. Τοῦτο σημαίνει πρωτίστως πὼς διατηροῦν μία ματιὰ καθαρὴ γιὰ τὸν κόσμο. Τὰ πάντα γιὰ ἐκείνους εἶναι καινά, πρωτόγνωρα, βαπτισμένα στὸ κάλος, στὴν ὀμορφιά. Οἱ πρωτόπλαστοι βλέπουν τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναγνωρίζουν ὅτι εἶναι «καλὰ λίαν». Ἡ γνώμη τους γιὰ ὅσα τοὺς περιβάλλουν εἶναι ἀγαθή, χωρὶς πονηρία, χωρὶς ἀντιπαλότητα, χωρὶς ὑπολογισμό.
Σὲ τοῦτο τὸ πλαίσιο κινεῖται καὶ ἡ μεταξύ τους σχέση. Ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα ζοῦν σὲ ἀπόλυτη ἑνότητα. Δύο πρόσωπα ἀκέραια, μοναδικά, ἐλεύθερα, τὰ ὁποία ὅμως συγκροτοῦν τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο. Μεταξύ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας δὲν ὑπάρχει δικαίωμα, δόλος, ἐκμετάλλευση, ὑστεροβουλία, σύγκρουση, χωρισμός. Οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις ἐντός τοῦ Παραδείσου εἶναι καθάριες καὶ φωτεινές.
Ὅμως καὶ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ πρὸ τῆς πτώσεως διέπεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἁγνότητας. Ὁ Θεὸς ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ αἰτία τῶν πάντων, ὅλης της καλοσύνης, ὅλης τῆς ὀμορφιᾶς, ὅλης τῆς κτίσης. Εἶναι ἡ Ἀγάπη, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ κλειστεῖ στὸν ἑαυτό της, ἀλλὰ ἐκστατικὰ καὶ ἐρωτικὰ κινεῖται πρὸς τὸν ἄλλο. Δημιουργεῖ τὰ πάντα, τὸ διαφορετικό, τὸ κτιστό. Πλάθει τὸν ἄνθρωπο, ἐμφυσᾶ τὸ πνεῦμα του σὲ αὐτόν, τὸν προικίζει μὲ τὴ δική του εἰκόνα, μὲ θεία χαρακτηριστικά, καὶ τοῦ δίνει τὴ δυνατότητα νὰ ἀναπτύξει τὰ χαρίσματά του γιὰ νὰ φτάσει στὴ δική Του ὁμοίωση. Τοῦ προσφέρει τὰ πάντα, χωρὶς νὰ ἐγείρει ἀπαιτήσεις, χωρὶς νὰ προβάλει ἀξιώσεις. Γι’ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος διατηρεῖ μία σχέση μὲ τὸ Θεὸ προσωπική, ὅπου τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν σκιάσει, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἀγαθό, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σὲ θέση νὰ ἀναγνωρίσει τὴν ἀγαθότητα.
Τὰ πάντα ἀλλάζουν ὅταν ὁ ἀρχέκακος ὄφις προτείνει μία ἄλλη θεώρηση τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία διαταράσσει ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνθαρρύνει τὸν ἄνθρωπο ὥστε νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν παρθενική του ματιά, νοθεύοντας τὸν ἀγαθὸ λογισμό του. Ἡ προτροπὴ πρὸς βρώση ἀπὸ τοὺς καρποὺς τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ πονηροῦ, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν πτώση. Ἐκπίπτει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἀγαθότητά του καὶ αὐτὸ ἔχει ἄμεσες ἐπιπτώσεις στὴ ζωή του. Τὸ περιβάλλον του πλέον δὲν εἶναι ὁ Παράδεισος, ἀλλὰ μία κτίση ἀπειλητικὴ καὶ ἐχθρική, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἀνασφάλεια καὶ φόβο. Οἱ σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους εἶναι καταδυναστευτικὲς καὶ ἀνελεύθερες. Ὁ ἰσχυρὸς ἐπικυριαρχεῖ τοῦ ἀδυνάτου. Ὁ ἄνδρας ἐπιβάλλεται στὴ γυναίκα. Ἀλλὰ καὶ ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἔχει πληγεῖ ἀνεπανόρθωτα. Δὲν ξέρει ποιὸς εἶναι, ποῦ πηγαίνει, ποιὸς ὁ σκοπὸς τῆς ὕπαρξής του. Τέλος ὁ Θεὸς προβάλλει ὡς ὁ μεγάλος ἄγνωστος· ἄλλοτε αὐστηρὸς κι ἄλλοτε εὐεργέτης· ἄλλοτε τιμωρὸς κι ἄλλοτε σωτήρας· ἄλλοτε ξένος κι ἄλλοτε οἰκεῖος. Ἡ σύγχυση αὐτὴ προκύπτει ἐπειδὴ ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο ἔχει ἀμαυρωθεῖ. Ἡ ἁμαρτία ἔχει νοθεύσει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀθωότητα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸν ἔχει καταδικάσει νὰ ζεῖ στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου. Σὲ μία ζοφώδη καὶ ἀσέληνο νύχτα ἐξέπεσε ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐκπορνευμένη ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τῆς ἔναντι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ρῦπος καὶ ἡ διαφθορὰ ἐντυπώνονται στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
Τούτη ἡ καταδίκη ὅμως δὲν εἶναι ὁριστική. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἰσέρχεται στὸ ἀνθρώπινο δρᾶμα, καὶ γίνεται ὁ Υἱὸς τῆς Παρθένου, δίνοντας ἐκ νέου τὴν δυνατότητα στὸν ἄνθρωπο νὰ δεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸν τρόπο τῆς ἀθωότητας. Ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι κατάδικος καὶ ἔνοχος, ἀφοῦ μπορεῖ νὰ ἐπανέλθει στὸν τρόπο τῆς Παρθενίας.
Τὴν πορεία αὐτὴ ἀκολούθησε ἡ ταπεινὴ κόρη, ἡ Μαριάμ, ἐξαιτίας τῆς ἀγαθῆς της προαιρέσεως τὴν ὁποία συμπλήρωσε ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Προσφέρθηκε στὸ Θεὸ ἀπὸ μικρὸ κορίτσι· ἐγκαταβίωσε στὸ Ναό, στὰ ἅγια τῶν ἁγίων· δέχθηκε ἀρραβώνα ὑπὸ δικαίου ἀνδρός· ἀποδέχθηκε τὸν ἀγγελικὸ χαιρετισμὸ ποὺ τὴν κατέστησε μητέρα τοῦ Θεοῦ· ἀκολούθησε τὸν Υἱό της ἀπὸ τὴν Βηθλεὲμ μέχρι τὸν Γολγοθᾶ, ἀπὸ τὸ κενὸ μνῆμα τῆς Ἀναστάσεως μέχρι τὸ ὑπερῶο τῆς Πεντηκοστῆς. Ὅλες οἱ πτυχὲς τοῦ βίου της ἀποτελοῦν μία ἀποδοχὴ αὐτοῦ τοῦ ἄλλου τρόπου, τοῦ ἄσπιλου, τοῦ ἄμωμου, τοῦ παναγνοῦ. Γι’ αὐτὸ ἡ Παρθενία γίνεται τὸ χαρακτηριστικό τοῦ προσώπου της.
Ἀειπάρθενος καλεῖται γιατί παραμένει Παρθένος πρὶν τὸν τόκο, κατὰ τὸν τόκο, καὶ μετὰ τὸν τόκο τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ της. Ἡ Ἀειπαρθενία τῆς Παναγίας εἶναι καὶ σημεῖο καὶ γεγονός. Ὡς σημεῖο φανερώνει τὴν ἁγνότητα ὡς τρόπο ὕπαρξης, τὴν ὁποία προσφέρει ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, στὸν κάθε ἄνθρωπο. Ὡς γεγονὸς ἀποτυπώνεται στὸ ταπεινὸ σῶμα τῆς Μαρίας, τὸ ὁποῖο δὲν ὑπέστη φθορὰ καὶ βία μὲ ἀφορμὴ τὴν γέννηση τοῦ Υἱοῦ Της. Τούτη ἡ ἐπισήμανση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι καθόλου ἀσήμαντη ἢ ὑπερβολική. Τὸ Ἀειπάρθενο τῆς Θεοτόκου εἶναι ἡ πρώτη μεγάλη μαρτυρία, ὅτι μὲ τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, αἴρονται οἱ ἐπιπτώσεις τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Κατὰ τὴ πτώση ὁ Θεὸς ἀναγγέλει στὴν Εὔα πὼς μὲ πόνο καὶ ὀδύνη θὰ γεννᾶ τὰ παιδιά της. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ παύσει ὁ ἄνθρωπος νὰ πονᾶ. Ἔτσι ἡ Παναγία δὲν γνωρίζει ὀδύνη καὶ φθορὰ στὸ πανακήρατο σῶμα της κατὰ τὴν γέννα, μαρτυρώντας μὲ τρόπο θαυμαστὸ πὼς τὸ νέον παιδίον εἶναι ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
Ἡ Παρθενία ὡς τρόπος ὕπαρξης ἀποτελεῖ μία πρόσκληση πρὸς ὅλους τους χριστιανούς. Ὅλοι καλούμαστε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ διάγουμε βίο παρθενικό· οἱ μοναχοὶ μέσῳ τῶν ὑποσχέσεών τους κατὰ τὴν μοναχική κουρά· οἱ ἔγγαμοι μέσω τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς πιστότητας στὸ γάμο· οἱ ἄγαμοι μέσῳ τῆς ἁγνότητας· ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μέσῳ τῆς σχέσεως μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς Μητέρας ὅλων μας. Ἐκείνη μᾶς καθαρίζει, ὅπως κάνει κάθε μάννα στὸ ἄτακτο παιδὶ της ὅταν γυρίζει σκονισμένο καὶ λερωμένο ἀπὸ τὰ παιχνίδια του. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη αὐτοῦ του ἐξαγνισμοῦ ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ Παναγία, γιὰ νὰ δοῦμε τὸν κόσμο, τὸν συνάνθρωπο, τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτὸ καθαρὰ καὶ ἀθώα· γιὰ νὰ παρουσιαστοῦμε ἐνώπιον τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας, εὐπρεπισμένοι καὶ εὔμορφοι.
Εὐχόμαστε ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ Παρθένος Θεοτόκος, νὰ δωρίζει σὲ ὅλους φρόνημα ἁγνό, πίστη καθαρή, βίο ἀκηλίδωτο, ὥστε μὲ τὶς πρεσβεῖες Της νὰ γευτοῦμε καὶ ἐμεῖς τὴν λύτρωση ἀπὸ τὴν τυρρανία τοῦ θανάτου.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ & ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ!
Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ Σ Α Σ
† ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
«Νῦν ἡ Παρθένος καὶ τῷ σώματι μεθίσταται μέν ἡμῶν, οὐκ ἀφίσταται δέ·
φρουρεῖ δ’ ἄνωθεν ἐποπτεύουσα δι΄ αἰῶνος» (Νικηφόρος Χοῦμνος).
Ἀγαπητοί ἀδελφοί,
Ἐκπλήττει τόν ἀνθρώπινον νοῦν ἡ ὑπερβολή τῶν θαυμάτων τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ ! Ἡ ἱερά Μετάσταση τῆς Παναχράντου Θεοτόκου, τήν ὁποίαν σήμερον πανηγυρίζουμε, γίνεται καί πάλιν ἀφορμή ἐμβαθύνσεώς μας στά μυστήρια τῆς θείας Προνοίας καί ἀγαθότητος ! Διότι στήν συνεργία τῆς Θεοτόκου πρός τήν θεία Θέληση γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, φανερώνεται κατ’ ἐξοχήν τό ὕψος τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στήν θεία Οἰκονομία, συμμετοχῆς πού ἐνεργοποιεῖ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρώπινη ἱστορία· ἡ ὑπακοή τῆς Θεοτόκου στό θεῖον θέλημα τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἐκφρασμένη ἐν χρόνῳ, «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1, 38), «διανοίγει» τήν ὁδό τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Παντοκράτορος Λόγου καί «καθορίζει» ἐν χρόνῳ λοιπόν, ὅσον ἐπ΄ Αὐτῇ, τήν προαιώνια, τήν ἐκτός χρόνου, καί τελικῶς ἐκφρασμένη στίς προηγηθεῖσες Προφητεῖες, θεία εὐδοκία καί θέληση τῆς Σαρκώσεως. Λοιπόν, καί ὁ Θεάνθρωπος, κατέρχεται σήμερον γιά νά παραλάβει πρῶτα τήν ψυχή καί ἀργότερα καί τό πανάχραντον σῶμα τῆς Θεοτόκου, «τῇ Μητρί κατάχρεως ἀποτιννὺς τὰ ὀφειλόμενα θρέπτρα», ἀνταποδίδοντας δηλαδή καί ἀμείβοντας τήν πρός Αὐτόν ὑπακοή καί μητρική φροντίδα τῆς Παναγίας μας, φροντίδα πού συμπεριέλαβε καί τήν σωτηρία ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Διά τῆς Κοιμήσεως, Ἀναστάσεως καί ἐν Σώματι μεταστάσεώς της ἡ Παναγία μας ἀποβάλλει τήν θνητότητα καί τό βάρος τοῦ πρίν φθαρτοῦ Της σώματος, καί εἰσέρχεται στήν αἰώνιο ζωή, ἀπολαύουσα τῆς θεώσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός Της, τοῦ ἀφθάρτου τώρα καί ὑπερλάμπρου, ὅπως ὁ χρυσός ἀποβάλλει στό πεπυρωμένο χυτήριο τίς ἀνάξιές του προσμείξεις· «Ἔδει γὰρ καθάπερ χρυσὸν ἀποβαλοῦσαν τὸ γεῶδες καὶ ἀλαμπὲς τῆς θνητότητος πάχος, ὡς ἐν χωνεύσει τῷ θανάτῳ τὴν σάρκα ἄφθαρτον καὶ καθαράν, τῷ φέγγει τῆς ἀφθαρσίας ἐκλάμπουσαν, ἐξαναστῆναι τοῦ μνήματος», κατά τόν ἅγιον Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό. Ὅμως ἡ μετάστασή Της αὐτή δέν σημαίνει καί ἀπομάκρυνσή Της ἀπό τούς προσφιλεῖς ὁμοιοπαθεῖς Της ἀνθρώπους· ἡ Παρθένος σωματικῶς «μεθίσταται μέν, οὐκ ἀφίσταται δέ», ἀλλά αἰωνίως μᾶς φρουρεῖ καί ἐποπτεύει ἀπό τόν Οὐρανό.
Διά τῶν μακρῶν αἰώνων τῆς ὑπάρξεώς του τό Γένος τῶν Χριστιανῶν καί ἰδίως οἱ Ἕλληνες Ρωμηοί, ἔχουμε ἀποθησαυρίσει ἁπτά καί πολυπληθῆ τά τεκμήρια τῆς θείας προστασίας τῆς κατά σάρκα Μητρός τοῦ Θεοῦ. Καθώς λέγει χαρακτηριστικῶς ὁ σοφώτατος ἀξιωματοῦχος Νικηφόρος (Μοναχός Ναθαναήλ) Χοῦμνος († 1327), δέν ἐπαρκεῖ γιά δοξολόγηση τῶν εὐεργεσιῶν Της οὔτε καί ἡ συνδρομή ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων· «οὐ γὰρ ἀνθρώπους μόνον καὶ τὴν καθ’ ἡμᾶς πᾶσαν λογικὴν φύσιν, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπουρανίους δυνάμεις ὑπερβαῖνον ἐκπλήττει τῶν θαυμασίων τῶνδε τὸ μέγεθος, ὑπὲρ ἡμῶν ἀπείρων ὅσων καταπραχθέντων καὶ νῦν ἐνεργουμένων». Καί αὐτό δέν εἶναι παράδοξον: ἐάν «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη» ( Ἰακ. 5, 16), πόσο περισσότερο δέν εἶναι ἀποτελεσματική ἡ μητρική πρεσβεία Ἐκείνης, τῆς Ὁποίας ἡ πνευματική ἀξία καί καταλληλότητα εἵλκυσε τό τέλειον θέλημα, τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, διότι ἦταν «καθαρὰ καὶ ἄμωμος, καὶ τί δ’ ἄλλο ἢ τοῦ κατελθόντος ἀξία»; Οἱ δέ εὐεργεσίες Της αὐτές εἶναι ἀποδείξεις τῆς πολλῆς κηδεμονίας Της, ἐφ΄ ὅσον πολλές φορές μᾶς εὐεργετεῖ πρό τῆς αἰτήσεως, «χορηγεῖ προκαταλαμβάνουσα τὰς αἰτήσεις», καί σέ βαθμό πολύ μεγαλύτερο ἀπό ὅ,τι ζητοῦμε «πολλῷ μᾶλλον καὶ ῥᾷον ἢ ὡς ἂν ἡμεῖς ἐπευξαίμεθα».
Κοινή πεποίθηση τοῦ Γένους μας, ἱστορική μνήμη πού ὀφείλουμε πάντοτε νά διατηροῦμε ὡς κλεῖδα ἀληθείας, εἶναι ὅτι ἡ Θεοτόκος ὑπῆρξε ἡ ἀληθινή, μολονότι συνήθως ἀφανής, ἀσπίδα ἐναντίον ὄχι μόνον τῶν ἀοράτων, ἀλλά καί τῶν ὁρατῶν ἐχθρῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνεργοῦσα «πρὸς ἐπικουρίαν μὲν ἡμῶν, θραῦσιν δὲ τῶν ἐπιόντων (πόσων ἂν εἴποιμι; ) πάνυ μὲν οὖν πλείστων καὶ πανταχόθεν βαλλόντων ἐχθρῶν», οἱ ὁποῖοι κινοῦνται εἴτε ἀπό φθόνο, «μηδὲν ἕτερον ἐγκαλοῦντες ἢ ὅτι χρηστά τινα τὰ ἡμέτερα καὶ πλήττει τούτους ἡ τῶν ἀγαθῶν εὐθηνία», εἴτε λόγῳ τοῦ ἀλλοδόξου καί ἀσεβοῦς φρονήματός τους, «τὴν ἰδίαν ἀσέβειαν πρόφασιν ἔχοντες».
Ἄς προσέλθουμε, λοιπόν, γέμοντες εὐχαριστίας, πρός τήν κοινήν Μητέρα, Βασίλισσα καί Εὐεργέτιδα τῶν Χριστιανῶν, γιά νά ἀπονείμουμε τό πρέπον πρός Αὐτήν ἁγιοπρεπές σέβας καί νά καταστοῦμε, ἰδίως στή σημερινή ἑορτή, συνόμιλοι καί ὁμόφωνοι στήν δοξολογία μέ τίς ἀγγελικές Δυνάμεις πού τιμοῦν αἰωνίως Αὐτήν, τήν «αἰτίαν τῆς τῶν πάντων θεώσεως». Ἡ δέ Πανάχραντος Θεοτόκος, ἡ κυρίως ταπεινόφρων, ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς ὁποίας ἐπέβλεψεν ὁ Θεός καί Λόγος (Λουκ. 1, 48), δέν ἔχει μέν κλίση καί ἐπιθυμία πρός τήν κενή ἀνθρώπινη τιμή· χαίρει, ὅμως, ὅταν μέσῳ τῆς τιμῆς πρός τό μέγιστο Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, πού τελεσιουργήθηκε διά μέσου τῆς δικῆς Της συνεργίας, δοξάζεται ὁ ἐν Τριάδι Θεός, ἡ δέ ἀνθρωπίνη εὐγνωμοσύνη τεκμηριώνεται ἔτσι καί ἀμείβεται. Ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικῶς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «οὐ γὰρ αὕτη [ἡ Θεοτόκος] τῶν ἐγκωμίων προσδεὴς τῶν παρ΄ ἡμῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς τῆς παρ’ αὐτῆς δόξης ἐπιδεεῖς. Τὸ γὰρ δεδοξασμένον πῶς δοξασθήσεται; Ἡ πηγὴ τοῦ φωτὸς πῶς φωτισθήσεται;». Ἀπό αὐτήν τήν πηγήν τοῦ θείου φωτός, Φωτός δευτέρου μετά τό ἀρχικόν Φῶς τῆς πηγαίας Τριαδικῆς Θεότητος, ἄς καταλάμψουμε μεθεκτῶς τήν καρδία, τήν διάνοια καί τόν βίο μας, ἀναγωγικῶς διά τῶν ἀρετῶν, χαροποιώντας τήν κοινήν Μητέρα καί Προστάτιδα : «ἁγνίσθητι τῇ νηστείᾳ, δι΄ ἐγκρατείας καθάρθητι, ταῖς προσευχαῖς ἁγιάσθητι· πάντ’ ἔστω σοι πνευματικά, πνευματικῆς οὔσης τῆς πανηγύρεως».
ὁ Καθηγούμενος τοῦ Ἱ. Ἡσυχ. Παντοκράτορος,
† Ἀρχιμ. Κύριλλος
καί οἱ σύν ἐμοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί
Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη.
Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω.
Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής, αλλ' ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;
Δεν δυνάμεθα αν συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους.
Καθώς άπειρος και ακατάληπτος υπήρξεν η αγάπη της Παναγίας, ούτως άπειρος ήτο και ο πόνος Αυτής, και ακατάληπτος μένει δι' ημάς.
Ώ Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, ειπέ εις ημάς, τα τέκνα Σου, πώς, ότε έζης επί της γης, ηγάπας τον Υιόν Σου και Θεόν; Πώς ηγάλλετο το πνεύμα Σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι Σου; Πώς προσέβλεπες εις το κάλλος του προσώπου Αυτού; Πώς εσκέπτεσο ότι Αυτός είναι Εκείνος, τον Οποίον διακονούν μετά φόβου και αγάπης πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών;
Ειπέ εις ημάς τί ησθάνετο η ψυχή Σου, ότε εβάσταζες εις τας χείρας Σου το Θαυμαστόν Νήπιον; Πώς ανέτρεφες Αυτό; Πώς επόνει η ψυχή Σου, ότε μετά του Ιωσήφ επί τρεις ημέρας εζήτεις Αυτόν εν τη Ιερουσαλήμ; Οποίαν έζης αγωνίαν, ότε ο Κύριος παρεδόθη εις σταύρωσιν και απέθανεν επί του Σταυρού;
Ειπέ εις ημάς: Οποία χαρά εγένετο εις Σε δια την Ανάστασιν ή πώς επλήττετο η ψυχή Σου εκ του πόθου του Κυρίου μετά την Ανάληψιν;
Αι ψυχαί ημών έλκονται, ίνα γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί της γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ' εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριον Σου.
Πολλά θαύματα και ελέη είδον από του Κυρίου και της Θεοτόκου, αλλά τελείως αδυνατώ να ανταποδώσω πως την αγάπην αυτήν.
Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν απεστράφη εμέ τον πεπτωκότα εν τη αμαρτία, αλλ' εν ελέει επεσκέφθη εμέ και εσυνέτισεν; Εγώ δεν είδον Αυτήν, αλλά το Άγιον Πνεύμα έδωκεν εις εμέ να αναγνωρίσω Αυτήν εκ των πλήρους χάριτος λόγων Αυτής, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης, ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματος Αυτής γλυκαίνει την καρδίαν μου.
Ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, προσηυχόμην ποτέ ενώπιον της εικόνος της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθεν εις την καρδίαν μου και ήρχισεν αφ' εαυτής να προφέρηται εκεί. Άλλοτε εν τω ναώ ήκουον την ανάγνωσιν των προφητειών του Ησαΐου και εις τας λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α' 16), εσκέφθην: «Μήπως η Παναγία ήμαρτε ποτε, έστω και δια του λογισμού»; Και ώ του θαύματος! Εντός της καρδίας μου φωνή τις, ηνωμένη μετά της προσευχής, προέφερε ρητώς: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως». Ούτως το Άγιον Πνεύμα εμαρτύρει εν τη καρδία μου την αγνότητα Αυτής. Εν τούτοις, κατά τον επίγειον βίον Αυτής, δεν ευρίσκετο εισέτι εν τω πληρώματι της γνώσεως και υπέπεσεν εις αδιάβλητα τινα σφάλματα ατελείας. Τούτο είναι φανερόν εκ του Ευαγγελίου, ότε, επιστρέφουσα από της Ιερουσαλήμ, δεν εγνώριζε πού είναι ο Υιός Αυτής, και επί τρεις ημέρας μετά του Ιωσήφ εζήτει Αυτόν (Λουκ. β' 44-46).
Η ψυχή μου συνέχεται υπό φόβου και τρόμου, όταν αναλογίζωμαι την δόξαν της Θεομήτορος.
Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ' η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι, ίνα γράφω έστω και ολίγους λόγους δι' Αυτήν.
Η ψυχή μου φοβείται να τολμήση, αλλ' η αγάπη με πιέζει να μη αποκρύψω τας ευεργεσίας της ευσπλαγχνίας Αυτής.
Η Θεοτόκος δεν παρέδωκε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις, ούτε την αγάπην Αυτής προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Αυτής κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν ταύτα. Η αγάπη Αυτής προς τον Θεόν ήτο ισχυροτέρα και φλογερωτέρα της αγάπης των Σεραφίμ και των Χερουβίμ, και πάσαι αι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήττονται δι' Αυτήν.
Καίτοι η ζωή της Θεομήτορος καλύπτεται υπό αγίας σιγής, ο Κύριος έδωκεν εις την Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν ίνα γνωρίζη ότι δια της αγάπης Αυτής περιπτύσσεται τον κόσμον όλον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει πάντας τους λαούς της γης και, ως ο Υιός Αυτής, πάντας σπλαγχνίζεται και πάντας ελεεί.
Ώ, εάν εγνωρίζομεν ποτε πόσον αγαπά η Παναγία πάντας τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δια τους μη μετανοούντας! Εγνώρισα τούτο εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν πνεύματι γνωρίζω την Άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην Αυτής δι' ημάς. Άνευ της ευσπλαγχνίας Αυτής η ψυχή μου θα απώλλυτο προ πολλού.
Εκείνη όμως ηυδόκησε να επισκεφθή και νουθετήση εμέ, όπως μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ: «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ' η ψυχή μου δεν δύναται να επιλησθή εκείνης της γλυκείας φωνής, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού.
Εν αληθεία, Αυτή είναι η Αντίληψις ημών ενώπιον του Θεού, και μόνον το όνομα Αυτής χαροποιεί την ψυχήν. Αλλά και ο ουρανός όλος και όλη η γη χαίρουν δια την αγάπην Αυτής.
Αξιοθαύμαστον και ακατάληπτον πράγμα! Ζη εν τοις ουρανοίς και αδιαλείπτως θεωρεί την δόξαν του Θεού, αλλά δεν επιλανθάνεται και ημών των πενήτων, και δια της ευσπλαγχνίας Αυτής περιβάλλει όλην την γην και πάντας τους λαούς.
Και αυτήν την Άχραντον Μητέρα Αυτού ο Κύριος έδωκεν εις ημάς. Αύτη είναι η χαρά και η ελπίς ημών. Αύτη είναι η κατά πνεύμα Μήτηρ ημών, και είναι πλησίον εις ημάς κατά φύσιν ως άνθρωπος, και εκάστη χριστιανική ψυχή έλκεται προς Αυτήν εν αγάπη.
Πηγή: (αρχιμ. Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995.), Άγια Μετέωρα
Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται. Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως. Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.
Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.
Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά. Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων.
Βέβαια, ἀνέβηκε μόνο μὲ τρεῖς, δὲν τοὺς πῆρε ὅλους μαζί Του, δὲν τοὺς ἄφησε κάτω ὅλους, δὲν ἀπέκλεισε τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν φανέρωση τῆς δόξας Του, δὲν τοὺς ἔκρινε ὑποδεέστερους, ἀφοῦ, καθὼς εἶναι δίκαιος, μὲ δικαιοσύνη τὰ πάντα τακτοποιεῖ. Ἔχοντας ὅλους στὸν νοῦ Του, δὲν χωρίζει ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη αὐτοὺς πού ἕνωσε. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἄξιος νὰ δεῖ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο καὶ τὴν φοβερὴ ἐκείνη ὀπτασία ὁ Ἰούδας, ὁ μελλοντικὸς προδότης, γιὰ τοῦτο ὁ Κύριος καὶ τοὺς ἄλλους ἀφήνει, γιὰ νὰ ἀφήσει ὕστερα κι ἐκεῖνον, πού δὲν ἀφέθηκε μόνος, τελείως ἀναπολόγητο, καὶ τοὺς τρεῖς, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ Νόμο, νὰ πάρει ἐπαρκεῖς μάρτυρες τῆς Μεταμορφώσεως. Αὐτοὶ ἐσωτερικά, ψυχικά, καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἔφεραν μαζί τους. Διότι λέει ὁ Ἴδιος: «Φύλαξέ τους, Πάτερ δίκαιε, γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἕνα, ὅπως καὶ ἐμεῖς ἕνα εἴμαστε». Διότι, ἂν ἔβλεπε ὁ Ἰούδας σιμὰ στὸ ὅρος τὸν Ἀνδρέα, τὸν Θωμᾶ, τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ὑπόλοιπους νὰ βρίσκονται μαζί Του καὶ οὔτε νὰ γογγύζουν, νὰ μὴν ἀγανακτοῦν, νὰ μὴν κακολογοῦν, ἀλλά νὰ χαίρονται καὶ κοινὴ νὰ λογαριάζουν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ τοὺς ἀπόντες τὴν χάρη ἀπὸ ψηλά, ἦταν ἀπὸ κάθε ἀπολογία στερημένος, ἀφοῦ ποτὲ γιὰ κανένα θαῦμα δὲν τὸν παρέβλεψε ὁ Χριστός. Ἀπεναντίας, καὶ τὸ κουτὶ τῶν συνεισφορῶν εἶχε, μόλο πού τὴν διάθεση τοῦ μύρου (ἀπὸ τὴν εὐγνώμονα Μαρία στὴν Βηθανία) χωρὶς λόγο ζήλευε, καὶ τὸν Διδάσκαλο στοὺς ἐχθροὺς τόλμησε νὰ προδώσει.
Τί λέει, λοιπόν, ὁ Εὐαγγελιστής; «Καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καὶ ἐμφανίστηκαν ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας νὰ συζητοῦν μαζί Του». Ἀλλά ὁ Πέτρος, σὰν θερμὸς πάντα γύρω ἀπὸ ὅλα τὰ θέματα, παρότι μὲ τὰ μάτια τῆς διάνοιας εἶδε κάποια στιγμὴ αὐτοὺς πού δὲν γνώριζε νὰ συνομιλοῦν μ’ Αὐτόν, ἐλάχιστα λογαριάζοντας τὸ θαῦμα, ὑπολογίζοντας ὄχι τὸν παράδοξο χαρακτήρα τῆς θείας ἐλλάμψεως, ὀνόμαζε ὡραῖο τὸν ἔρημο τόπο. Σκηνοποιὸς ἀπὸ ψαρᾶς νὰ γίνει ἤθελε, ἀφοῦ φώναζε στὸν Σωτήρα: «Ἂς κάνουμε τρεῖς σκηνές· μία γιὰ σένα, μία γιὰ τὸν Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία» δίχως νὰ ξέρει τί λέει.
Ἀλλά, Πέτρο, κορυφαῖε καὶ πρῶτε στὴν χορεία τῶν Μαθητῶν, γιατί μὲ οὐτιδανὲς σκέψεις ἀπερίσκεπτα προτρέχεις καὶ μὲ συλλογισμοὺς ἀνθρώπινους μιλᾶς ὁλότελα εἰς βάρος τῶν θείων, θέλοντας νὰ στήσεις τρεῖς σκηνὲς σὲ ἐρημιά; Ὅμοια μὲ τῶν δούλων ἀξία καθορίζεις γιὰ τὸν Δεσπότη; Καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ μία σκηνὴ καὶ γιὰ τοὺς δύο ἐξίσου βιάζεσαι νὰ φτιάξεις; Μήπως, λοιπόν, ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως Αὐτός, συνελήφθη ὁ Μωυσῆς; Μήπως παρθένος γέννησε τὸν Ἠλία, ὅπως Αὐτὸν ἡ Παναγία Παρθένος Μαρία; Μήπως ὡς ἔμβρυο μέσα ἀπὸ τὴν μήτρα τὸν ἀντιλήφθηκε ὁ Πρόδρομος; Μήπως ὁ οὐρανὸς ἔδωσε μήνυμα γιὰ τοῦ Ἠλία τὴν γέννηση, οἱ μάγοι προσκύνησαν τοῦ Μωυσῆ τὰ σπάργανα; Μήπως λοιπὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἔκαμαν τόσα θαύματα ἤ ἀπὸ σπήλαιο ἀνθρώπινο ἔδιωξαν πονηρὰ πνεύματα; Ὁ Μωυσῆς, βέβαια, ὀργίστηκε κάποτε καί, σὰν χτύπησε τὸ πέλαγος μὲ ράβδο, τὸ διάβηκε· ὁ διδάσκαλός σου ὅμως Ἰησοῦς πάνω στὴν θάλασσα περπάτησε μαζὶ μὲ τὸν Πέτρο καὶ βατὸν ἔκαμε τὸν βυθό. ὁ Ἠλίας μετὰ ἀπὸ ἱκεσία πλήθυνε τῆς χήρας τὸ ἀλεύρι καὶ τὸν γιὸ της ἀνέστησε ἀπό τούς νεκρούς, ἐνῶ Ἐκεῖνος μαθητὴ Του μέσα ἀπό τούς ψαράδες σὲ πῆρε καὶ μὲ λίγους ἄρτους χιλιάδες ἀνθρώπους χόρτασε καὶ τὸν Ἅδη ἄφησε γυμνὸν ἀπὸ ἅρματα καὶ ἅρπαξε αὐτοὺς πού, ἀφότου φάνηκαν ἄνθρωποι στὴν γῆ, ἤσαν παραδομένοι σὲ ὕπνο.
Γι’ αὐτό, Πέτρο, μὴ λὲς «ἂς φτιάξουμε ἐδῶ τρεῖς σκηνές», μήτε «ὄμορφα εἶναι ἐδῶ νὰ εἴμαστε», μήτε λόγο πού ἀναφέρεται σὲ κάτι ἀνθρώπινο ἡ μικροπρεπές, μήτε κάτι γήινο ἤ εὐτελές. Τὰ ἄνω νὰ σκέφτεσαι, τὰ ἄνω ν’ ἀναζητεῖς, καθὼς ὁ Παῦλος μήνυσε, ὄχι τὰ ἐπίγεια. Διότι πῶς εἶναι ὄμορφο νὰ βρισκόμαστε ἐμεῖς ἐδῶ, ὅπου ὁ Ὄφις κακομεταχειρίστηκε καὶ ἔβλαψε τὸν πρωτόπλαστο καὶ ἔτσι τὸν παράδεισο ἔκλεισε; Ὅπου τὸ ψωμὶ μὲ ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του νὰ τρώει ἀκούσαμε; Ὅπου μάθαμε ὅτι εἰπώθηκε σ’ αὐτὸν νὰ στενάζει καὶ νὰ τρέμει γιὰ τὴν παρακοὴ τοῦ ἐπάνω στὴν γῆ; Ὅπου τὰ πάντα εἶναι σκιά; Ὅπου τὰ πάντα θὰ παρέλθουν καὶ θὰ χαθοῦν, σὲ χρόνο τόσο, ὅσο διαρκεῖ μιὰ ἁπλή κίνηση; Πῶς λοιπὸν τὸ νὰ βρισκόμαστε ἐδῶ εἶναι ὡραῖο; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς παρατήσει, γιατί πῆρε αἷμα καὶ σάρκα; Ἐὰν ἐδῶ ὁ Χριστὸς ἤθελε νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει, γιατί ἔσκυψε στὸν πεσόντα ἄνθρωπο μὲ συγκατάβαση; γιατί αὐτὸν πού βρισκόταν χάμω ἀνέστησε;
Ἐὰν νομίζεις ὅτι εἶναι ὡραῖο νὰ εἴμαστε ἐπάνω στὴν γῆ, ματαίως ἔλαβες τὴν προσωνυμία «κλειδοῦχος τῶν οὐρανῶν». Σὲ ποιὰ περίπτωση, λοιπόν, μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθοῦν τῶν οὐρανῶν τὰ κλειδιά; Ἀφοῦ τὸ ὅρος τοῦτο ποθεῖς, παράτησε στὸ ἑξῆς τοὺς οὐρανούς. Ἂν σκηνὲς νὰ σηκώσεις θέλεις, μὴ συνεχίσεις νὰ εἶσαι τῆς Ἐκκλησίας θεμέλιος. Διότι μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς ὄχι χωρὶς ἰδιαίτερο λόγο, ἀλλά γιὰ νὰ φανερώσει σ’ ἐμᾶς μέσ’ ἀπ’ τὰ πράγματα τὴν μεταμόρφωση, πού μέλλει νὰ ὑποστεῖ ἡ φύση μας, καὶ τὸν δεύτερο σωτήριο ἐρχομό Του, ὁ ὁποῖος θὰ γίνει πάνω στὶς νεφέλες, μέσα στὶς φωνὲς τῶν Ἀρχαγγέλων. Διότι ὁ Ἴδιος εἶναι πού τὸ φῶς σὰν πανωφόρι περιβάλλεται, καθὼς εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Γι’ αὐτὸ ἐμφάνισε τὸν Μωυσῆ καὶ τὸν Ἠλία, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ δείγματα τῶν ἀρχαίων προσώπων.
Καὶ τί λέει ὁ μεγάλος συγγραφέας; «Ἐνῶ ἀκόμη αὐτὸς μιλοῦσε, νά, νεφέλη φωτεινὴ ἀπὸ πάνω τους κάλυψε. Καὶ ἰδού, φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ λέει: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ ὁποῖος ἔχει πλήρη τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε». Ὅσο ἀκόμη, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Πέτρος μιλοῦσε, εἶπε ὡς ἀπάντηση στὰ λόγια του ὁ Πατήρ: «Γιατί, Πέτρο, λὲς ὅτι εἶναι ὄμορφα, ἀφοῦ δὲν ξέρεις αὐτὸ πού λές; λησμόνησες τὸν ἑαυτό σου ἤ μήπως φθονεῖς τὸ γένος; Ἀκόμη δὲν ἔχεις παιδαγωγηθεῖ; Μέχρι τώρα δὲν ἀπέκτησες τὴν ἀσφαλῆ γνώση σχετικὰ μὲ τὴν υἱότητα, ἐσύ πού λές: «Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ». Τόσα θαύματα εἶδες καθαρά, γιὲ τοῦ Ἰωνᾶ, καὶ ἀκόμα εἶσαι Σίμων; Τῶν οὐρανῶν κλειδοῦχο σὲ τοποθέτησε καὶ τῆς θαλασσινῆς δουλειᾶς ἀκόμα τὸ ροῦχο δὲν πέταξες ἀπὸ πάνω σου; Ὁρῖστε, γιὰ τρίτη φορὰ ἀντιστέκεσαι στοῦ Σωτήρα τὸ θέλημα, δίχως νὰ ξέρεις αὐτὸ πού λές. Σοῦ εἶπε δηλαδή: «Πρέπει νὰ ὑποστῶ τὸ πάθος» καὶ λές: «Νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ αὐτό». Εἶπε πάλι: «Ὅλοι θὰ σκανδαλισθεῖτε», καὶ λές: «Ἂν ὅλοι σκανδαλισθοῦν, ἐγώ δὲν θὰ σκανδαλισθῶ». Ὁρίστε, καὶ τώρα νὰ σηκώσεις θέλεις σκηνὴ γιὰ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα θεμελίωσε τὴν γῆ, ὁ Ὁποῖος μαζὶ μὲ μένα ἕνωσε ὑδάτινους ὄγκους σὲ σύνολο ὀργανικό, τὴν θάλασσα, καὶ τὸ στερέωμα κάρφωσε, στὸν αἰθέρα ἔδωσε φωτιά· καὶ μαζὶ μὲ μένα δημιούργησε ὅλα τὰ πρὶν ἀπὸ τὴν αἰσθητὴ κτίση· σκηνὴ γι’ Αὐτόν, πού γεννήθηκε ἀπὸ μένα, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ὑπάρχει μέσα σὲ μένα καὶ μαζί σας, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς πατέρα Ἀδάμ, σκηνὴ γιὰ τὸν χωρὶς μητέρα Θεό, σκηνὴ γι’ Αὐτὸν πού ἔκαμε δική του σκηνὴ διαλεγμένη, κοιλία παρθενική. Λοιπόν, ἐπειδὴ ἐσύ τρεῖς σκηνὲς θέλεις νὰ φτιάξεις, ἔχοντας ἄγνοια γι’ αὐτὸ πού λές, ἐγώ νεφέλη φωτεινὴ χρησιμοποίησα γιὰ σκηνή. Ἔτσι, ἔκρυψα τοὺς παρόντες καὶ λέω δυνατά: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο εὐδόκησα». Ὄχι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἀλλά Αὐτός· ὄχι ἐκεῖνος, ὄχι ὁ ἄλλος, ἀλλ’ Αὐτός, ἕνας και ἄν εἶναι ὁ Ἴδιος, ὁ ἐκλεκτός μου, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε.
Τὸν Μωϋσῆ ἀνέδειξα δίκαιο, ἀλλά σ’ Αὐτὸν βρῆκα καθετὶ ἀρεστό. Τὸν Ἠλία τὸν πῆρα ἀπὸ τὴν γῆ, ἀλλ’ Αὐτὸν τὸν ἔστειλα ἀπὸ Παρθένο στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό». Διότι κανείς, λέει ὁ Χριστός, δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, παρεκτὸς ἀπ’ ἐκεῖνον πού ἀπ’ τὸν οὐρανὸ κατέβηκε. Ἀπὸ ἐκεῖ λοιπὸν πραγματοποίησε τὴν κάθοδό Του στὴν γῆ, ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ Του «ἐξῆλθε», ἔχοντας πάρει μορφὴ δούλου. Ἐὰν παρέμεινε αὐτὸ πού ἦταν καὶ δὲν ἔγινε ὅ,τι ἀκριβῶς εἴμαστε, ἂν δὲν ὑπέμεινε σταυρὸ γιὰ μᾶς μὲ σχῆμα ἀνθρώπινο καὶ δὲν ἐξαγόρασε μὲ τὸ δικό Του αἷμα τὸν κόσμο, τότε δὲν πραγματώνεται ἡ θεία Οἰκονομία καὶ ἀπομένουν ὅσα τὸν παλαιὸ καιρὸ εἶπαν οἱ Προφῆτες ἀβέβαια λόγια. «Ὅμως πᾶψε, Πέτρο, καὶ μὴν ἔχεις στὴν σκέψη σου ὅσα ταιριάζει σὲ ἀνθρώπους, ἀλλ’ αὐτὰ πού ἁρμόζουν στὸν Θεό. Διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ὁ Ὁποῖος ἔχει τέλεια τὴν εὐαρέσκειά μου. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Καθότι δύο φορὲς ἔχω ἐκφραστεῖ μὲ φωνή, πού μιλοῦσε γι’ Αὐτόν, τὴν μία πού εἶσθε παρόντες στὸ ὅρος αὐτό, τὴν ἄλλη παρόντος τοῦ Ἰωάννη στὸν Ἰορδάνη ποταμό».
Αὐτὴ τὴν φωνὴ θὰ παρουσιάσει ἀληθινὴ ὁ παλαιὸς Προφήτης, πού κήρυξε μεγαλόφωνα: «Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ ἀγαλλιάσουν». Ποιὸ ὄνομα; «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός». Διότι τοῦ χάρισε ὄνομα τρανότερο ἀπὸ κάθε ὄνομα. Ἀλλά τὸ δίχως ἄλλο θὰ πεῖς, ἀγαπητέ μου: «Τί σημαίνει, Τὸ Θαβὼρ καὶ τὸ Ἐρμονιήλ στὸ ὄνομά Σου θὰ νιώσουν ἀγαλλίαση»; Μάθε λοιπὸν καὶ ἀποτύπωσέ το στὴν σκέψη σου: Τὸ Θαβώρ, αὐτὸ εἶναι τὸ ὅρος, ὅπου θέλησε καὶ μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς καὶ δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του, καθὼς πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκούσατε. Τὸ Ἐρμονιήλ πάλι εἶναι ὅρος μικρό, ἀπὸ τὴν γῆ τοῦ Ἰορδάνη, ἀπ’ ὅπου ἔγινε ἡ ἀνάληψη τοῦ Ἠλία καὶ κοντὰ στὸ ὁποῖο, μὲς στὸ τρεχούμενο νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἐπεθύμησε καὶ βαπτίστηκε ὁ Χριστός, καὶ τότε δόθηκε γι’ Αὐτὸν μαρτυρία ἀπὸ τὸν Πατέρα πώς εἶναι Υἱός Του. Σ’ αὐτὰ τὰ δύο ὄρη ὁ ἄχραντος Πατὴρ ἐπιβεβαιώνοντας τὴν υἱότητα, καὶ τότε καὶ τώρα γιὰ δεύτερη φορὰ λέει μὲ φωνὴ δυνατή: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν Ὁποῖο εὐδόκησα, Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε. Διότι αὐτὸς πού Τὸν ἀκούει καὶ ἐμένα ἀκούει. Καὶ αὐτὸς πού θὰ ντραπεῖ γι’ Αὐτὸν καὶ γιὰ τὰ λόγια Του, καὶ ἐγώ θὰ ντραπῶ γι’ αὐτόν, ὅταν φανερωθῶ μὲς στὴν δόξα μου καθὼς καὶ οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι. Αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε, χωρὶς προσποίηση, χωρὶς κακία, χωρὶς περιέργεια, μὲ πίστη ἀναζητώντας Τον, ἀλλά ὄχι θέλοντας μὲ γλωσσικὲς ἀπόπειρες νὰ ὁρίσετε τὰ μεγέθη Του, μὲ τὴν πίστη προχωρώντας στὸν χῶρο τοῦ ὑπέρλογου, ἀλλ’ ὄχι μὲ τὰ λόγια ἐπιχειρώντας νὰ βρεῖτε τὰ μέτρα τοῦ Λόγου». Διότι τώρα ὁ Παῦλος, ὁ δεινὸς ὁμιλητής, βάζοντας χαλινάρι στὸν περίεργο ἄνθρωπο καὶ τὰ πάντα διδάσκοντας χωρὶς δισταγμούς, κηρύττει μεγαλοφώνως: «Βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! Πόσο ἀνεξερεύνητες εἶναι οἱ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις Του καὶ πόσο ἀνεξιχνίαστοι οἱ δρόμοι, μέσα ἀπό τούς ὁποίους ἐνεργεῖ!»
Σὲ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς ἀτελείωτους αἰῶνες. Ἀμήν.
Πηγή: Η άλλη όψη
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ
Ἐν Πάτραις τῇ 25ῃ Ἰουλίου 2016
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 262η
Ἀριθμ. Πρωτ.: 523
Πρός
τό Χριστεπώνυμον Πλήρωμα
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν
Παιδιά μου εὐλογημένα,
Mέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ εἰσερχόμεθα στόν μῆνα Αὒγουστο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μήνας τῆς Παναγίας μας, ἀφοῦ κατ’ αὐτόν ἑορτάζεται ἡ μεγάλη καί ἁγία ἑορτή τῆς Κοιμήσεώς της, ἐνῶ τό δεκαπενθήμερο πού προηγεῖται τῆς Ἑορτῆς, τελοῦνται ἱερές Παρακλήσεις πρός τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί ἑτοιμαζόμαστε πνευματικά γιά τήν μεγάλη Γιορτή της.
Μέ τήν εὐκαιρία τῆς εἰσόδου μας στήν περίοδο αὐτή ἀπευθύνομαι ἐν ἀγάπῃ πρός ὃλους σας, τόν Ἱερό Κλῆρο καί τόν εὐσεβῆ Λαό, προκειμένου νά εὐχηθῶ νά ἒχετε ὑγιεία καί δύναμη στήν πνευματική σας πορεία καί στήν ὃποια εὐλογημένη προσπάθειά σας, ἀλλά καί νά σημειώσω κάποιες σκέψεις ὠφέλιμες γιά τόν πνευματικό μας καταρτισμό καί γιά τήν εὐόδωση τῆς πορείας μας πρός τήν θέωση.
Ἡ ζωή μας, ἀγαπητοί, ἒχει ἀξία μόνο ὃταν ἀγωνιζώμεθα γιά νά φθάσωμε στό εὐλογημένο «τέλος», στήν ἐκπλήρωση δηλαδή τοῦ σκοποῦ μας, ὁ ὁποῖος δέν εἶναι ἂλλος ἀπό τήν ἁγιότητα. Εἶναι σαφής ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας «Ἃγιοι γίνεσθε, ὃτι ἐγώ ἃγιος εἰμί…» (Α΄ Πέτρ. 1,16)
Πρός ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ χρειάζεται συγκεκριμένη τακτική καί ἀγῶνας, ὃπως τόν ὁριοθετοῦν οἱ ἃγιοι καί πάνσοφοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρόκειται περί δυσκόλου ἀγῶνος κατά τόν ἱερώτατο Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος σημειώνει χαρακτηριστικά καί εἰδοποιεῖ τούς ἀνθρώπους ὅτι, «οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις». (Ἐφεσ. Στ.12) Στό πλαίσιο αὐτό κινουμένη ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία δίδει σέ μᾶς καί τήν δυνατότητα καί τά ὃπλα νά ἀγωνισθοῦμε. Ποιά εἶναι αὐτά;
Θά τά ἀναφέρομε ἐπιγραμματικά.
• Ἡ προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μυστική, ἡ ἐσωτερική κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί ἐνισχύει τήν καρδιά καί τόν νοῦ, ἀφοῦ ἐλκύει τήν χάρη Του, ἐνῶ ἀπό τήν ἂλλη παρηγορεῖ καί ἐπιστηρίζει.
• Ἡ νηστεία, ἡ ὁποία βοηθάει τόν ἂνθρωπο νά κατανοήσῃ, ὃτι δέν εἶναι μόνο ὓλη, ἀλλά εἶναι καί πνεῦμα. Ὃτι μετέχει δύο κόσμων, ἀφοῦ ἒτσι ἐδημιουργήθη ἀπό τόν Θεό. Δυστυχῶς, ἀδελφοί μου, οἱ περισσότεροι ἂνθρωποι λησμονοῦν τήν πνευματική τους ὑπόσταση καί ζοῦν βίο βοσκηματώδη, ὃπως ἐπισημαίνουν οἱ Ἃγιοι Πατέρες. Μέσα ὃμως ἀπό μιά τέτοια θεώρηση τῆς ζωῆς καί προοπτική δέν ζοῦμε οὐσιαστικά, ἀλλά ἁπλῶς ὑπάρχομε ὡς βιολογικές ὑπάρξεις.
• Ἡ φιλανθρωπία, διά τῆς ὁποίας βιώνομε τήν ἀγάπη ὡς μετοχή στόν πόνο καί στήν ὀδύνη, στήν πτωχεία καί ἀνάγκη τοῦ ἀδελφοῦ μας. Ἐξ’ ἂλλου εἶναι γνωστό σέ ὃλους μας, ὃτι ἡ ὃποια προσφορά στόν ἐνδεῆ καί ἐμπερίστατο ἀδελφό μας, στόν ἲδιο τόν Θεό προσφέρεται.
• Ἰδιαιτέρως θά ἐπισημάνω, ἀδελφοί μου, τήν ἀνάγκη μετοχῆς στήν Μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Χωρίς τήν συμμετοχή μας στά Ἱερά Μυστήρια, σωτηρία δέν ὑπάρχει.
Ὁ Ἃγιος Νικόλαος Καβάσιλας ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὃτι, « ἡ Ἐκκλησία διά τῶν Μυστηρίων σημαίνεται» (Εἰς τήν Θ. Λειτουργίαν, Λιδ’κ.6). Λύπη προξενεῖ στόν Οὐρανό καί ἂλγος στήν καρδιά μας τό γεγονός, ὃτι πολλοί ἀδελφοί μας, ἐνῶ εἶναι βαπτισμένοι στό Ὂνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἐπιθυμοῦν νά ὀνομάζωνται μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δέν προχωροῦν στό «εἶναι», στήν οὐσία δηλαδή τῆς ὑποθέσεως, ἀφοῦ δέν συμμετέχουν στήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά περιορίζονται σέ μιά τυπική ἐξωτερική εὐσέβεια.
Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ Κύριός μας ἐδίδαξε καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ἃγιοι Πατέρες καί ὃλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνιστοῦν τήν Ἐξομολόγηση καί τήν συμμετοχή στό Εὐχαριστιακό Δεῖπνο, στήν Θεία δηλαδή Κοινωνία, ἡ ὁποία κάνει τόν ἂνθρωπο ὃμαιμο καί σύσσωμο Χριστοῦ.
• Ὃμως κατά τάς ἡμέρας αὐτάς τελοῦνται καθημερινῶς οἱ ἱερές Παρακλήσεις πρός τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί δική μας Μητέρα. Αὐτή ἒφερε στόν κόσμο τόν Θεό ὡς ἂνθρωπο, αὐτή Τόν ἐγαλούχησε καί Τόν κράτησε στήν Παναγία ἀγκάλη Της, αὐτή κρατάει καί μᾶς στά χέρια Της. Ἡ Παναγία μας μέ τήν μητρική Της ἀγάπη πρεσβεύει πρός Κύριον ἀδιαλείπτως ὑπέρ ἡμῶν.
Ἂς τήν ἐπισκεπτώμεθα στούς Ναούς Της καί στά Μοναστήρια Της, ἂς προσπίπτωμε ἐνώπιόν Της μέ δέος καί ἂς Τήν παρακαλοῦμε ἒνδακρεις νά ἐνισχύῃ διά τῆς μεσιτείας Της πρός τόν Υἱόν καί Θεόν Της, τόν καθένα μας, τίς οἰκογένειές μας, τήν Πατρίδα μας, τήν κοινωνία μας ὁλόκληρη, ἡ ὁποία δυστυχῶς κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ.
Ἀδελφοί μου, ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μου εὒχομαι σέ ὃλους σας, καλόν πνευματικό ἀγῶνα γενικῶς, εἰδικώτερα κατ’ αὐτάς τάς ἡμέρας. Νά ἒχετε ὑγιεία καί εὐλογία παρά Θεοῦ καί μέ τό καλό νά ἑορτάσωμε τήν μεγάλη και λαμπρά ἑορτή τῆς Παναγίας μας.
Σᾶς ἀσπάζομαι μέ ἀγάπη πατρική.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο Π Α Τ Ρ Ω Ν Χ Ρ Υ Σ Ο Σ Τ Ο Μ Ο Σ
1. Οὔτε δίκαιον εἶναι οὔτε συμφέρον κρίνεται ὁ φωτοειδὴς βίος τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν νὰ κρύπτεται καὶ νὰ μένῃ διὰ πάντα κεκρυμμένος ὑποκάτω εἰς τὸν μόδιον τῆς σιωπῆς. Δίκαιον δὲν εἶναι, διότι ὁ κυρίως καὶ καθ᾿ αὐτὸ μισθὸς καὶ πληρωμὴ τῆς ἀρετῆς δὲν εἶναι μάταια χρήματα, ἀλλ᾿ εὐφημία καὶ ἔπαινος· «μισθὸς ἀρετῆς ἔπαινος» ἔτζι ἀξιωματικῶς τὸ εἶπεν ἕνας παλαιὸς σοφός. Ὅθεν καὶ συμβαίνει νὰ ἀδικῶνται ἐκ τῆς σιωπῆς οἱ ἐν ἀρεταῖς ἐκλάμψαντες μὲ τὸ νὰ ἀποστερῶνται ἀπὸ τὸν μισθόν τους, ὁποὺ εἶναι οἱ ἔπαινοι· καὶ ἐν ταὐτῷ ἐκ τῆς αὐτῆς σιωπῆς τῶν ἐπαίνων τὸ κοινὸν τῆς Ἐκκλησίας ζημιοῦται τὰ μέγιστα· ὅτι φυσικὰ τὰ καλὰ ἔργα κηρυττόμενα, φημιζόμενα, ἐκθειαζόμενα τὰς ψυχὰς τῶν ἀκουόντων θερμαίνουσι καὶ εἰς μίμησιν ἐδικήν τους αὐτοὺς διεγείρουσιν, ὡς ἐπαινετὰ καὶ ἄξια διηγήσεως παραδείγματα, ἡ ὁποία μίμησις ἐκ τῆς σιωπῆς ὁμολογουμένως δὲν γίνεται.
Ταῦτα καλῶς ἐπιστάμενοι, τό τε δίκαιον, λέγω, καὶ τὸ συμφέρον, οἱ ἐν τῷ Ἁγιωνύμῳ Ὄρει ὁσιώτατοι πατέρες, οἱ κατὰ Χριστὸν ἀδελφοὶ καὶ φίλτατοι καὶ οἰκειότατοι τοῦ ἐν μακαρίᾳ τῇ λήξει γενομένου ὁσιολογιωτάτου Νικοδήμου, τοῦ κοινοῦ διδασκάλου καὶ φωστῆρος γενομένου τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἐν τῇ καθ᾿ ἡμᾶς γενεᾷ, ἐπαρακάλεσαν τὸν διδάσκαλον κυρ-Ἀθανάσιον Πάριον εἰς τὴν Χίον ὄντα καὶ ἔγραψε βίον ἐγκωμιαστικὸν εἰς τὸν ὁσιολογιώτατον Νικόδημον. Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ μὴν εἶχεν συναναστροφὴν μὲ αὐτὸν δὲν ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ των. Ἐπαρακάλεσαν ἐδῶ τὸν διδάσκαλον κυρ-Χριστοφόρον, διὰ νὰ γράψῃ, ἀλλὰ τὰ γηρατεῖα τὸν ἐμπόδισαν. Καὶ βλέποντας ὅτι ἐπέρασαν τέσσαροι χρόνοι καὶ κανένας δὲν ἠθέλησεν νὰ συγγράψη, ἐπαρακινήθηκα ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ γλυκυτάτου μου ἀδελφοῦ νὰ ἀλημονήσω τὴν ἀμάθειάν μου, ὁμοίως καὶ τὴν ἀσύντακτόν μου σύνταξιν, μὲ ἐλπίδαν ὅτι μετὰ ταῦτα νὰ τὰ βάλῃ κανένας προκομμένος εἰς καλὴν τάξιν.
2. Τὸ λοιπὸν ἐλᾶτε, ἀδελφοὶ φιλάδελφοι καὶ φιλάρετοι, ὅσοι εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπὸ πάθη φθόνου ἢ μίσους, νὰ ἀκούσετε μὲ χαρὰν καὶ ἡδονὴν τὸν βίον καὶ πολιτείαν καὶ τοὺς κόπους ὁποὺ ἔκαμεν εἰς τὴν ζωήν του γράφοντας καὶ συνθέτοντας ἐκκλησιαστικὰ συγγράμματα πρὸς ὠφέλειαν ψυχῆς καὶ ἁπλῶς εἰς ὠφέλειαν Χριστιανῶν ὁ μακαρίτης Νικόδημος. Τὰ ὁποῖα βλέποντας ἐγώ, ὄντας παραδελφός του, καὶ μανθάνοντας ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον καὶ ἀπὸ ἄλλους φίλους, ὁποὺ ἐστάθηκαν γνώριμοί του ἀπὸ νεαρᾶς του ἡλικίας, κατέστρωσα καὶ ἐσηρείωσα ἐνταῦθα. Διατί, ἂν οἱ Ἕλληνες, ὁποὺ ἦτον δοσμένοι εἰς τὰ γήινα καὶ φθαρτά, ὅταν ἤθελαν ἀκούει κανένα ὑποκείμενον ὁποὺ ἔκαμε τίποτε ἀνδραγάθημα, κατασκευάζοντας κανένα ἀξιόλογον πρᾶγμα ἢ νικῶντας εἰς κανέναν πόλεμον, τὸν ἔσταινον μετὰ τὸν θάνατόν του οἱ συμπατριῶται του στήλας καὶ ἀγάλματα καὶ τὸν ἔκαναν ἐπαίνους καὶ ἐγκώμια μὲ φωνὰς στεντορείους τόσον, ὁπού, ἂν ἦτον τρόπος, καὶ μὲ μολύβι νὰ ἐσχημάτιζον τὰ γράμματα τῶν ἐπαίνων του, διὰ νὰ μένουν ἀνεξάληπτοι καὶ παντοτινοὶ αὐτοὶ οἱ ἔπαινοί του καὶ τὰ ἐγκώμια. Ἡμεῖς αὐτόν, ὁποὺ ἐστόλισε τὴν Ἐκκλησίαν μας μὲ τόσα βιβλία, ὁποὺ αἰῶνες ὁλάκαιροι ἀπέρασαν καὶ δὲν ἐστάθη ἄλλος νὰ συνθέσῃ καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅσα αὐτὸς ὁ μακαρίτης ἢ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐσύνθεσε ἢ συντεθειμένα ἀπὸ ἄλλους ἐδιώρθωσε, νὰ μὴ συγγράψωμεν τὰ συγγράμματά του καὶ νὰ μὴν ἀναφέρωμεν τοὺς κόπους του, ποῖος φρόνιμος ὢν καὶ ἐλεύθερος ἀπὸ πάθος φθόνου καὶ μίσους δὲν ἤθελε μᾶς κατηγορήσει; Καὶ νὰ εἰποῦμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος Θεὸς δὲν ἤθελε μᾶς μωμήσηται; Διατὶ βλέπομεν καὶ ἀκούομεν ὅτι οὐ μόνον φίλοι, ἀλλὰ καὶ ἐχθροί, οὐ μόνον ὀλίγον γραμματισμένοι, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ πεπαιδευμένοι ἔχουν εἰς τὰ χέρια των τὰ βιβλία του καὶ τὰ μεταχειρίζονται, ὄχι μόνον εἰς στολισμόν τους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄφελος τῆς ψυχῆς των.
3. Ταῦτα στοχαζόμενος καὶ ἐγὼ ἔγραψα τὰ ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον γράψιμον ἐκεῖνος δὲν ἔχει κανένα ὄφελος κοντὰ εἰς τὸν Θεόν, παρὰ τὴν ὠφέλειαν ὁποὺ γίνεται ἐξ ἐκείνων του τῶν συγγραμμάτων, ὁ ὁποῖος Θεὸς ἐξεύρει τί καρπὸς γίνεται εἰς ἐκείνους ὁποὺ ἀπαθῶς τὰ ἀναγινώσκουσι καὶ μὲ καλὴν γνώμην καὶ διάθεσιν τὰ ὁλογυρίζουσιν εἰς τὰ χέρια των. Καθὼς καὶ ἐγὼ καρπωθεἰς ἀπὸ αὐτὰ τὰ συγγράμματα ἦλθα εἰς ταύτην τὴν γραφὴν καὶ διηγοῦμαι τὰ κατ᾿ αὐτὸν καταλεπτῶς ἐλεύθερος ὄντας, χάριτι θείᾳ, ἀπὸ κάθε πάθος τὸ πρὸς αὐτόν. Καὶ παρακαλῶ σας, ἅγιοι πατέρες μου καὶ ἀδελφοί, ἐφοδιάσατέ με μὲ τὴν εὐχήν σας, διὰ νὰ βιογραφήσω τὴν ζωὴν τοῦ ἐραστοῦ μου Νικοδήμου φιλαλήθως καὶ ἀπροσπαθῶς.
4. Νάξος εἶναι μία νῆσος ἀπὸ τὰς καλουμένας Κυκλάδας, ὀνομαστὴ καὶ λαμπρὰ εἰς τοὺς παλαιοὺς καιροὺς τῶν Ἑλλήνων, καὶ μάλιστα ταύτην ἐκόσμησεν Ἰωσὴφ ὁ θαυμάσιος, ὁ Βρυέννιος, μὲ τὴν καλλίστην καὶ ὡραιοτάτην ἔκφρασιν καὶ περιγραφὴν τοῦ ἐν αὐτῆ παρατρέχοντος ποταμοῦ, ἐν εἴδει ἐπιστολῆς, εἰκοστῆς ἀριθμουμένης, πρός τινα φίλον του, ὑπὸ ἕνα Μητροπολίτην τελοῦσα ὁμοῦ μὲ τὴν παρακειμένην αὐτῆ Πάρον καὶ τὴν Ἀντί(πα)ρον. Εἰς αὐτὴν δὲ ταύτην ἐγεννήθη οὗτος ὁ ἀειθαλὴς βλαστὸς τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας κατὰ τὸ ͵αψμθ´ (1749) ἔτος τὸ κοσμοσωτήριον ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ φιλοθέους, Ἀντώνιον καὶ Ἀναστασίαν, καὶ διὰ τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος Ἀγάθην μετονομασθεῖσαν. Ὠνομάζετο δὲ καὶ αὐτὸς Νικόλαος ἀπὸ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Mικρὸς δὲ ὄντας ἔμαθεν εἰς τὴν πατρίδα του, ἡ ὁποία καλεῖται Χώρα, ἀπὸ ἕναν ἱερέα τῆς γειτονίας αὐτοῦ τὰ κοινὰ γράμματα, ὅστις καὶ τὸν ἐσυλλειτουργοῦσε μὲν τὰς καθημερινάς. Μετὰ ταῦτα ἄρχισεν τὰ γραμματικὰ εἰς τὸν παπα-Χρύσανθον, τὸν ἀδελφὸν τοῦ νεωστὶ μαρτυρήσαντος ἱερομάρτυρος Κοσμᾶ, ὄντα καὶ αὐτὸν εἰς τὴν Ναξίαν. Καὶ ὅταν ἔφθασεν ὁ Νικόλαος τὸν 16(ον) χρόνον τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ἐφέρθη ἀπὸ τὸν πατέρα του εἰς τὴν Σμύρνην, καὶ τὸν ἐπῆγεν εἰς τὸν Διδάσκαλον τῆς Σμύρνης, τὸν κυρ-Ἱερόθεον, ὁ ὁποῖος τὸν ἔβαλεν εἰς τὸ κοινόβιον τοῦ σχολείου. Τίνα σπουδὴν καὶ ὁποίαν ἐπιμέλειαν ἔβαλεν ὁ εὐλογημένος Νικόλαος εἰς τὰ μαθήματα, νὰ τὸ παραστήσω ἐγὼ δὲν εἶναι χρεία. Ἀλλὰ κάθε γνωστικὸς ἀκούοντας ὅτι τέσσαρας χρόνους μόνον ἐστάθη εἰς τὸ σχολεῖον καὶ βλέποντας καθένας τὰ βιβλία του καταλαμβάνει καὶ τὴν προθυμίαν του καὶ τὴν ἀγχίνοιαν τοῦ νοός του, μὲ τὴν ὁποίαν τὸν ἐπλούτισεν ὁ Θεός, Τόσον, ὁποὺ ὅ,τι βιβλίον ἀνέγνωθε κάθε ἐπιστήμης ἢ λόγον ἤκουεν ἄξιον μαθήσεως, τὸν ἐσφράγιζεν εἰς τὸ κρανίον του τὸ ὁποῖον ἀληθινὰ ἦτον ὡσὰν ἕνα θησαυροφυλάκιον, καὶ εἰς καιρὸν τὸν ἁρμόζοντα τὸν ἐβλέπαμεν ὁποὺ τὰ ἐξεκένωνε. Καὶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπλήρωνε τὸ δαβιτικὸν ἐκεῖνο λόγιον, ὅτι τὸν καρπὸν αὐτοῦ ἔδιδεν ἐν καιρῷ αὐτοῦ καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀποῤῥυήσεται. Καὶ ἔτρεχαν ἀπὸ τὴν γλῶσσαν του, καθὼς βλέπεις ἕνα μελισσοκόφινον γεμᾶτον εἰς καιρὸν ὁποὺ εὑρίσκει τὴν νομήν του, ὁποὺ τρέχει ἀδιάκοπα. Ἔτζι καὶ αὐτὸς ὁ μακαρίτης, ὅταν ὡμιλοῦσε, ἤφερνε ταῖς μαρτυρίαις μὲ τοιοῦτον τρόπον, ὁποὺ σχεδὸν δὲν ἐπρόφθανεν ἡ γλῶσσα νὰ εἰπῇ ὅσα ὁ νοῦς ἐκατέβαζεν, τὰ ῥητὰ τῆς θείας Γραφῆς, τῶν Ἁγίων τὰς ἐξηγήσεις τε καὶ νοήματα, τοὺς θείους Κανόνας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, Συνόδων τε καὶ Πατέρων, μὲ τὰς ἐκδόσεις τῆς τυπογραφίας καὶ μὲ τὰς σελίδας, τὰ δὲ χειρόγραφα τὸ καθένα ποῦ τὸ ἀπάντησε. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἀφέντες κατὰ τὸ παρὸν ἐπὶ τὸ προκείμενον ἐπανέλθωμεν.
5. Ὄντας δὲ εἰς τὸ σχολεῖον ὁ μακαρίτης δὲν ἦτον καθὼς μερικοὶ βάρος τοῦ σχολείου, ἀλλὰ ἦτον ἀπὸ ὅλους ἠγαπημένος, ἀπὸ διδασκάλους, ἀπὸ ἐπιτρόπους τοῦ σχολείου καὶ ἀπὸ τοὺς συμμαθητάς του. Καὶ μαρτυροῦσί μου τὸν λόγον τὰ γράμματα ὁποὺ τοῦ ἔστελναν οἱ μακαρῖται διδάσκαλοι, ὁ Ἱερόθεος καὶ μετ᾿ αὐτὸν ὁ Χρύσανθος, καὶ μάλιστα ὁ Ἱερόθεος τοῦ ἔγραφεν; Ἔλα, υἱέ μου, κἂν τώρα εἰς τὸ γῆρας μου, νὰ σὲ ἀφήσω μετὰ θάνατον εἰς τὸ σχολεῖον διδάσκαλον, ὅτι δὲν ἔχω ἄλλον ὡσὰν ἐσένα ὅμοιον εἰς τὴν προκοπήν». Οἱ δὲ μαθηταί, ἐκεῖ ὁποὺ ὡς ἄνθρωποι καὶ αὐτοί, ἐμπαθεῖς καὶ φιλόδοξοι, ἀκόλουθον ἦτον νὰ τὸν ζηλεύωσι καὶ τρόπον τινὰ νὰ τὸν φθονοῦσι, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ τὸν ἀγαποῦσαν ὡς ἀδελφὸν καὶ τὸν ἐτιμοῦσαν ὡς προκομμενέστερον ἀπὸ λόγου τους. Ἀκόλουθον, λέγω, ἦτον νὰ τὸν φθονήσουν, διότι τὸν ἔβλεπον, ἀφοῦ ἔπαιρνε τὸ μάθημα, ἐστέκετο εἰς ἕνα μέρος τοῦ σχολείου καὶ τὸ ἐθεωροῦσε κατὰ μόνας, καὶ μετὰ τοῦτο εὐθὺς ἔλεγε καὶ τὴν ἐξήγησιν, καί, καθὼς μᾶς ἔλεγεν ἀτός του, ὑπεράνω τῆς ὥρας δὲν ἐγίνετο ὁ κόπος του. Καὶ ἔλεγεν ὅτι εἶχε πεντέξι ὁσπίτια ἀρχοντικὰ καὶ εἰς αὐτὰ ἐμοίραζε τὴν ἐξήγησιν τοῦ μαθήματός του, εἰς τὸ τάδε ὁσπίτιον τὸ καὶ τὸ καὶ εἰς τὸ τάδε τὸ καὶ τό. Καὶ ἔπειτα ἐκοιμᾶτον ὅλην τὴν νύκτα κᾳὶ τὸ ταχύ, ὅταν ἐξυπνοῦσε, ἐσυλλογί ζουνταν καὶ τὰ ηὕρισκεν καὶ ἐπήγαινεν καὶ ἄλλαζε τὸ μάθημά του. Δὲν ἐφθονεῖτο, λέγω, διότι ἦτον εἰς ὅλους καλοϋπήκοος· ὁ ἕνας, «Νικόλαε, γράψε μου ἐτοῦτο», ὁ δὲ εὐθὺς μετὰ χαρᾶς τὸ ἔγραφεν· ὁ ἄλλος, «ἐξήγησόν μοι τοῦτο»» καὶ μὲ προθυμίαν ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, ὁποὺ δὲν τὰ εἶχεν ὁ ἀδελφὸς εἰς τὸν νοῦν του, τὸν ἐσυμβούλευεν. Εἰς τὸν οἰκίσκον ὁποὺ ἦτον αὐτὸς ἦτον καὶ ἄλλοι δύο ἀδελφοὶ μαθηταί, καὶ ὁ ἕνας ἦλθεν ἐδῶ καὶ μᾶς ἔλεγεν· «ἐμεῖς ἐκαθήμεθα ὅλην τὴν νύκτα καὶ ἐμελετούσαμεν μὲ τὸν λύχνον, καὶ αὐτὸς κάποτε ἐξυπνοῦσε καὶ μᾶς ἔλεγεν: «κοιμηθῆτε, βρέ, νὰ ἀναπαυθῇ ὁ νοῦς σας, διὰ νὰ εὕρῃ τὸ μάθημα εὔκολα». Συνήθειαν εἴχασιν εἰς τὸ σχολεῖον καὶ ἐμαγείρευον οἱ μαθηταὶ ἀραδικῶς ὁ καθείς, καὶ ὅταν ἤρχετο ἡ ἀράδα τοῦ Νικολάου διὰ νὰ μαγειρεύσῃ, τοῦτο μόνον ἔκαμνε, ἔβανε τὴν ποδίαν εἰς τὴν μέσην του, τὰς δὲ ὑπηρεσίας τοῦ μαγειρείου τὰς ἐτελείωναν οἱ συμμαθηταί του, διὰ νὰ τὸν ἔχουν εὐπειθῆ εἰς τὰ ζητήματά τους.
6. Κατὰ δὲ τὸ 1770 ἔτος ἦλθεν ἡ ἀρμάδα τῶν Ρώσων εἰς τὰ Δουκάνησα καὶ ἔκαψε τὴν ἀρμάδα τῶν Τούρκων εἰς τὸν Τζεσιμὲν καὶ διὰ τοῦτο ἐκάκισαν οἱ Τοῦρκοι καὶ ἔκοψαν πολλοὺς Χριστιανοὺς εἰς τὴν Σμύρνην καὶ εἰς ἄλλας πολιτείας. Τότες ὁ Νικόλαος ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Σμύρνην καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν πατρίδα του καὶ ἐκεῖ τὸν ἐπῆρεν ὁ Παροναξίας συνοδίαν του. Καὶ ἐκεῖ ὄντας ἀνταμώθη μὲ πατέρας Ἁγιορείτας, μὲ τοὺς ἱερομονάχους, λέγω, Γρηγόριον καὶ Νήφωνα καὶ μἐ τὸν Γερο-Αρσένιον, ἄνδρας τῇ ἀληθείᾳ τοὺς πολλοὺς ὑπερέχοντας τῇ ἀρετῇ καὶ τῇ σεμνότητι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἱλκύσθη εἰς τὴν μοναδικὴν πολιτείαν καὶ ἐδιδάχθη ἀπ᾿ αὐτοὺς τὴν νοερὰν προσευχήν. Ἀπ᾿ αὐτοῦ, δὲν ἠξεύρω πότε, ἐπῆγεν εἰς τὴν Ὕδραν. Ἐκεῖ ηὗρε τὸν ἅγιον Κορίνθου κύριον Μακάριον, μὲ κάθε ἀρετὴν καὶ ἁγιωσύνην λάμποντα. Ηὗρε καὶ τὸν Γερο-Σίλβεστρον, τὸν ὑψίνουν καὶ πλατύνουν, τὸν Καισαρέα, τῷ μέλι τῆς ἡσυχίας καὶ θεωρίας τρεφόμενον, ἔξω ἀπὸ τὴν Ὕδραν, εἰς ἕναν στενότατον οἰκίσκον κεκλεισμένον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον μάλιστα ἐκαρπώθη ὅλας τὰς ἀρετὰς τοῦ μονήρους βίου.
7. Εἰς δὲ τοὺς 1775 ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος. Καταβαίνοντας δὲ εἰς τὸν αἰγιαλὸν ηὗρεν ἕνα καΐκι, ὁποὺ ἑτοιμάζετο νὰ κινήσῃ, Ἐρωτᾷ; «ποῦ, ἂν θέλη ὁ Θεός;» Οἱ δὲ εἶπον: «διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος». Ὁ δὲ ἀκούσας τὸν λόγον τοῦτον, δοξάσας νοερῶς τὸν Θεόν, ὁποὺ ἐπλήρωσε τὸν πόθον του, μετὰ χαρᾶς τοὺς λέγει: «παρακαλῶ σας, πᾶρτε καὶ ἐμένα». Οἱ δὲ εἶπον: «ἂς εἶναι· σὲ παίρνομεν». Ὅμως, δὲν ἠξεύρω, ἢ ἀστόχησαν, ἢ ἐστοχάσθηκαν ὅτι δὲν ἔχει τὸν ναῦλον του, ὅταν ἐκίνησαν, δὲν τὸν εἶπαν, καὶ αὐτός, καθὼς εἶδεν τὸ καΐκι ὁποὺ ἔφυγεν, εὐθὺς βάνει φωναῖς καὶ κλαύματα καὶ ἐμβαίνει μέσα εἰς τὴν θάλασσαν περιπατῶντας διὰ νὰ τοὺς φθάσῃ. Οἱ δὲ ναῦται βλέποντας ὁποὺ δὲν ἐγύριζεν ὀπίσω, φοβηθέντες τὸν Θεὸν ἐγύρισαν καὶ τὸν ἐπῆραν. Καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἐκατευωδώθη εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ εἰς τὴν Mονὴν τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Αὐτοῦ ηὗρε τὸν Γερο-Χατζῆ-Μακάριον μὲ τὸν πατέρα του καὶ Χατζῆ-Ἀβράμιον καὶ ἄλλους ἀδελφοὺς ἀξίους εὐλαβείας καὶ προσκολληθεὶς μὲ αὐτοὺς ἔμεινεν εἰς αὐτὴν τὴν Μονήν. Ἦτον ὅμως προϊδεασμένος ἀπὸ τὸν Γερο-Σίλβεστρον διὰ τοὺς ἄνωθεν ἄνδρας. Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἦλθεν καὶ ἕως ἐδῶ καὶ ἐγνωρισθήκαμεν. Οἱ δὲ Διονυσιᾶται βλέποντάς τον προκομμένον τὸν ἠγάπησαν καὶ τὸν ἐπαρακίνησαν νὰ γένῃ καλόγερος. Καὶ πεισθεὶς τῇ συμβουλῇ αὐτῶν τὸν ἔκαμε καλόγερον, ῥασοευχήν, ἕνας παπα-Ἰωσὴφ λεγόμενος. Καὶ οὕτω τὸν ἔβαλαν διαβαστὴν εἰς τὸ Καθολικὸν καὶ γραμματικὸν τοῦ Μοναστηρίου.
8. Εἰς δὲ τοὺς 1777 ἦλθεν ὁ ἅγιος Κορίνθου Μακάριος καὶ μετὰ τὴν προσκύνησιν τῶν ἱερῶν Mοναστηρίων ἦλθεν εἰς ταῖς Καρυαῖς καὶ ἐφιλοξενήθη εἰς τὸν Ἅγιον Ἀντώνιον ἀπὸ ἕναν συντοπίτην του Γερο-Δαβίδ. Καὶ ὄντας αὐτοῦ ἔκραξε καὶ τὸν Νικόδημον καὶ τὸν ἐπαρακάλεσεν νὰ θεωρήσῃ τὴν «Φιλοκαλίαν». Καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἄρχισεν ὁ εὐλογημένος -μὰ τί ἄρχισεν; ἀπορῶ, δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἰπῶ νὰ εἰπῶ πνευματικοὺς ἀγῶνας ἢ ὑπερβολικοὺς κόπους τοῦ νοὸς καὶ τῆς σαρκός του; ὄχι μόνον αὐτὰ εἶναι, ὁποὺ εἶπα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα, ὁποὺ δὲν φτάνει ὁ νοῦς μου νὰ τὰ στοχασθῆ -ἄρχισε, λέγω, ἀπὸ τὴν «Φιλοκαλίαν». Καὶ αὐτοῦ βλέπομεν τὸ ὡραιότατον Προοίμιον, τοὺς ἐν συνόψει μελισταγεῖς Βίους τῶν θεσπεσίων Πατέρων. Ὁμοίως ἐδιώρθωσε καὶ τὸν «Εὐεργετινὸν» καὶ μἐ κάλλιστον Προοίμιον ἐκαλλώπισε. Ἐδιώρθωσε καὶ ἐπλάτυνε τὸ πάγχρυσον πονημάτιον, τὸ «Περὶ τῆς θείας καὶ ἱερᾶς συνεχοῦς Μεταλήψεως», τὰ ὁποῖα τὰ ἐπῆρεν ὁ ἅγιος Κορίνθου καὶ τὰ ἐπῆγεν εἰς τὴν Σμύρνην, διὰ νὰ φροντίσῃ τὰ ἔξοδα τῆς τυπογραφίας. Καὶ ὁ Νικόδημος ἔμεινεν εἰς τὸ ὁσπίτιόν μας σχεδὸν ἕναν χρόνον καὶ ἀντέγραψε τὸ διὰ στίχων βιβλίον τοῦ Ἁγίου Μελετίου τοῦ Ὁμολογητοῦ, καὶ πάλιν ἐπῆγεν εἰς τὴν Mονὴν τοῦ Διονυσίου.
9. Καὶ ἐκεῖ ὄντας ἤκουσε τὴν καλὴν φήμην τοῦ κοινοβιάρχου Παϊσίου Ῥώσου, ὁποὺ ἦτον εἰς τὴν Μπογδανίαν καὶ εἶχεν ὑπὲρ τοὺς χιλίους ἀδελφοὺς εἰς τὴν ἐπίσκεψίν του καὶ ὅτι τοὺς ἐδίδασκεν τὴν νοερὰν προσευχήν. Καὶ ἀγαπῶντας καὶ αὐτὸς αὐτὴν τὴν θείαν ἐργασίαν ἐμβῆκεν εἰς καράβιον, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἀναζήτησιν τῆς φιλουμένης του θείας προσευχῆς. Καὶ ἀρμενίζοντας ἔξω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα τοὺς ηὗρε φουρτούνα καὶ ἐκιδύνευσαν ἕως νὰ φθάσουν τὸν λιμένα τῆς Παναγίας εἰς τὴν Θάσον. Καὶ ἐκεῖ εὐγαίνοντας ἄλλαξε τοὺς σκοπούς του ἀπὸ τὴν φουρτούναν κατὰ τὸ φαινόμενον, τῇ δὲ ἀληθείᾳ νεῦσις Θεοῦ τὸν ἐγύρισε, διὰ νὰ ἐπιχειρισθῇ τὸ μέγα τοῦτο καλὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.
10. Καὶ ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν Θάσον πλέον δὲν ὑπῆγε εἰς τὴν τοῦ Διονυσίου, ἀλλ᾿ ἔμεινεν μερικὸν καιρὸν μετἐμᾶς. Ἔπειτα ἐνοικίασε καύγια εἰς τὸν «Ἅγιον Ἀθανάσιον» ἐδῶ εἰς τὴν γειτονίαν μας, καὶ παίρνοντας τὸ ψωμίον ἀποτεμᾶς ἡσύχαζεν ἐκεῖ καὶ ἐργαζόμενος τὴν καλλιγραφίαν εὔγανε τὰ ἔξοδά του. Αὐτοῦ ἐμελούργησε τὰ γλυκύτατα καὶ ἁρμόζοντα εἰς τοιούτους Πατέρας Ἰδιόμελα καὶ Προσόμοια, Ἀθανάσιον, λέγω, καὶ Κύριλλον.
Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Γερο-Ἀρσένιος ὁ Mοραΐτης καὶ ἐκατοίκησεν εἰς τὸ Κυριακὸν τῆς Σκήτης τοῦ Παντοκράτορος. Τοῦτον ἰδὼν καὶ ἠξεύροντάς τον ἀπὸ τὴν Ναξίαν ἄνδρα εὐλαβῆ καὶ ἐνάρετον καὶ εἴδησιν ἔχοντα τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἐπροσκολλήθη μεταυτὸν καὶ ἔγινεν ὑποτακτικός του. Καὶ μὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἔστησεν ὁ ἀοίδιμος τὴν παλαίστραν τῶν ἀσκητικῶν του ἀγώνων εἰς τὴν Σκήτην τοῦ Παντοκράτορος, πλὴν συχνὰ ἤρχετο καὶ πρὸς ἡμᾶς. Καὶ αὐτοῦ ἀληθινὰ εὑρίσκοντας τὴν ἐκ πολλοῦ ποθουμένην του ἡσυχίαν ἐδόθη ὅλως διόλου καὶ ἡμέρας καὶ νύκτας εἰς τὴν μελέτην τῶν θείων Γραφῶν καὶ εἰς τοὺς λόγους τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὁποὺ εἶναι οἱ θεόσοφοι ἐξηγηταὶ αὐτῶν τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν. Καὶ κατὰ ἀλήθειαν ἔλεγε καὶ αὐτὸς μὲ τὸν Δαβίδ: «ἀγαλλιάσομαι καὶ ἐγὼ ἐπὶ τὰ λόγιά Σου ὡς ὁ εὑρίσκων σκῦλα πολλά» ὅτι ὃν τρόπον, λέγει, ἐκεῖνος ὁ στρατιώτης ὁποὺ εὕρῃ κούρση καὶ λάφυρα πολλὰ σκιρτᾷ καὶ ἀγάλλεται δι᾿ αὐτά, τοιούτης λογῆς καὶ πολὺ περισσότερον ἀκόμα ἐγώ, Κύριε, ἀγάλλομαι καὶ εὐφραίνομαι ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ κατατρύφησιν τῶν θείων Σου λογίων, διατὶ μοῦ φωτίζουν τὸν νοῦν καὶ διατὶ μοῦ πλουτίζουν τὴν ψυχὴν μἐ τὸν θησαυρὸν τῶν θεϊκῶν γνώσεων. Καὶ πρεπόντως ὁ Mωυσῆς μέγας γενόμενος ἀφῆκε τὴν Αἴγυπτον καὶ περνῶντας εἰς τὴν γῆν Μαδιάμ, ἐκεῖ εἰς τὸ ὄρος Χωρήβ, ἠξιώθη τῆς ἐν βάτῳ θεοφανείας καὶ συνομιλίας μετὰ τοῦ ἀοράτου Θεοῦ. Ὁ Νικόδημος τὴν κοσμικὴν Αἴγυπτον, ἤτοι τὴν κοσμικὴν καὶ ἐμπαθῆ ζωήν, φυγὼν καὶ εἰς τὸ ὄρος ἀναβὰς τὸ αἰσθητόν τε καὶ νοητὸν τῆς θεωρίας, ἠξιώθη νὰ ἰδῇ τὸν Θεόν, ὡς δυνατὸν ἰδεῖν, προκαθαρθεὶς διὰ τῆς θείας καὶ θεοποιοῦ ἡσυχίας καὶ διὰ τῶν σκληροτάτων νηστειῶν καὶ τῶν ἀρρεμβάστων προσευχῶν. Καὶ φωτισθεὶς τὸν νοῦν ἐκ τῆς φωτολαμποῦς θεωρίας τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν καὶ οὗτος ἐγένετο μέγας, τοῦτ᾿ ἔστι ὁ μέγας διδάσκαλος τοῦ χριστιανικοῦ πληρώματος, μέγας φωστὴρ ἐν τῷ νοητῷ στερεώματι τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέγας ἀντίπαλος ὅλων τῶν κακοδόξων. Καὶ βεβαιώνουσι ταῦτα πάντα τὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα μἐ μυρίους κόπους καὶ ἱδρῶτας καὶ ἀγρυπνίας συνέγραψεν καὶ κατεπλούτισε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.
11. Ὁ δὲ Ἀρσένιος μετὰ τὸ κτίσιμον τῆς καλύβης ἄνωθεν τοῦ Κυριακοῦ ἐμετοίκησεν εἰς τὴν Σκυροπούλαν καὶ ὡς ὑποτακτικὸς τὸν ἠκολούθησεν καὶ ὁ Νικόδημος καὶ ἐκάθησεν ἕνα χρόνον. Αὐτοῦ ἐσύνθεσε καὶ τὸ Συμβουλευτικὸν εἰς τὸν ἐξάδελφόν του κύριον Ἱερόθεον, ὄντα τότε Εὐρίπου.
12. Εἰς τοὺς 1778 ἦλθε πάλιν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐρχόμενος ἐδῶ τὸν ἔκαμεν ὁ Γέροντάς μας μεγαλόσχημον. Καὶ περνῶντας ὀλίγος καιρὸς ἀγόρασε τὴν καλύβην ὁποὺ εἶναι ἄνωθεν τοῦ Κυριακοῦ, εἰς τὸ ῥαχώνι, ὁποὺ ὀνομάζεται τοῦ Θεωνᾶ. Καὶ ἀπερνῶντας κανένας χρόνος ἦλθεν ἕνας ἀγαπητός του συμπατριώτης, Ἰωάννης ὀνομαζόμενος, καὶ διὰ τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος ὠνομάσθη Ἱερόθεος, καὶ ἔγινεν ὑποτακτικός του, ὁ ὁποῖος τὸν ὑπηρέτησε ἕξι ἢ ἑπτὰ χρόνους. Αὐτοῦ δὲ ὄντας ἀπὸ τὰ μελισταγῆ λόγια τοῦ στόματός του ἐσυνάχθησαν πολλοὶ ἀδελφοὶ καὶ ἐκατοίκησαν εἰς τὰς καλύβας ὁποὺ εὑρίσκονται ἐκεῖ τριγύρω, διὰ νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ φωτίζωνται ἀπὸ τὰς πνευματικάς του νουθεσίας.
13. Εἰς τοὺς 1784 ἦλθε τὸ ὕστερον ὁ ἅγιος Κορίνθου καὶ πάλιν ἐδιώρθωσε καὶ ἐκαλλώπισε τὸ βιβλίον τοῦ Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου· ἐσύνθεσε τὸ πρῶτον «Ἐξομολογητάριον»· ἐσύναξε καὶ ἐκαλλώπισε καὶ κατὰ μέρος ἐμελούργησεν τὸ ἱερὸν «Θεοτοκάριον». Ὁμοίως ἐκαλλώπισεν τὸ βιβλίον τοῦ «Ἀοράτου Πολέμου» ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἐσύνθεσε καὶ ἐκεφαλοπόνησεν. Ὁμοίως ἐκαλλώπισε καὶ τὸ «τῶν Νέων Μαρτύρων» καὶ τὰ «Πνευματικὰ Γυμνάσματα».
14. Εἰς αὐτὸν τὸν καιρὸν παρακαλεῖται ἀπὸ τὸν διδάσκαλον κυρ-Ἀθανάσιον τὸν Πάριον, ὄντα τότε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, νὰ κάμῃ τὸν κόπον διὰ νὰ συνάξῃ τὰ Ἅπαντα τοῦ θείου Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ νὰ τὰ καλλωπίσῃ καθὼς στοχάζεται. Τὴν ὁποίαν παρακάλεσιν μετὰ χαρᾶς τὴν ἐδέχθη, μάλιστα δὲ διὰ τὴν ἀγάπην ὁποὺ εἶχεν εἰς τὸν Ἅγιον Γρηγόριον. Τὸ ἐκαλλώπισε, λέγω, καὶ τὸ ἐστόλισε καὶ εἰς τὴν Εὐγέναν (-Βιέννην) ἐστάλθη διὰ νὰ τυπωθῇ. Ἀλλὰ εἰς μάτην ἔγιναν οἱ τόσοι κόποι τοῦ Νικοδήμου. Διότι ἐκεῖ ὄντας εἰς τὴν τυπογραφίαν ἐξ ἁμαρτιῶν τοῦ Γένους μας ἐκαταδικάσθη ἀπὸ τὴν βασιλείαν ὁ τυπογράφος καὶ τὸ ἐργαστήριόν του νὰ ἀφανισθοῦν, διατὶ ἐτύπωσεν ἕνα συμβουλευτικὸν εἰς τοὺς Χριστιανούς, ὁποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῶν Τούρκων, νὰ ἀποστατήσουν· καὶ ὀνειδισθεὶς ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὁ βασιλεὺς τῆς Εὐγένας ἔκαμε ἐτούτην τὴν καταδίκην. Ἐχάθη, φεῦ καὶ ἀλλοίμονον, ἀπὸ τὴν ἀμέλειαν τῶν ἐπιστατῶν τὸ τοιοῦτον πάγκαλον βιβλίον! Τὸ δὲ συμβουλευτικὸν ἦτον τοῦ καταραμένου Mπονεπάρτου.
15. Μετὰ τὴν τελείωσιν τοῦ βιβλίου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἦλθεν ὁ διδάσκαλος παπα-Ἀγάπιος ἀπὸ τὸν Μορέαν, ἤφερε καὶ τὸ νεοτύπωτον Κανονικόν του. Καὶ βλέποντας τὸ ἰδικόν μας χειρόγραφον ἐξηγημένον παρὰ τοῦ μακαρίτου παπα-Διονυσίου Πιπεριώτου ἐπαρακινήθη νὰ τὸ τυπώσῃ καὶ αὐτοῦ. Καὶ οὕτω συμφωνήσας μὲ τὸν Νικόδημον ἄρχισαν τὴν ἐξήγησιν, ὄχι ὅμως ἡσύχως καὶ μὲ ἄνεσιν, ἀλλὰ μὲ βίαν, διὰ νὰ προφθάσουν τὸν Παναγιώτατον κυρ-Προκόπιον εἰς τὸν Θρόνον, διὰ νὰ πάρουν εὐκόλως τὴν ἄδειαν τῆς τυπώσεως. Καὶ εὐθὺς ἐσύναξαν τρεῖς καὶ τεσσάρους καλλιγράφους εἰς τὸ Κυριακὸν καὶ ὁ Ἀγάπιος μὲ τὸν Ἱερόθεον ἐφρόντιζον βιβλία καὶ τὰ πρὸς ζωοτροφίαν τους, ὁ δὲ Νικόδημος ἐκατέβη εἰς τὴν Καλύβην τοῦ Γερο-Λουκᾶ διὰ τὸ ἐγγύτερον. Καὶ ὄντως θαῦμα ἦτον νὰ τὸν βλέπῃ τινὰς τὸν εὐλογημένον ὁποὺ ἐκάθητο εἰς τὸ σκαμνίον καὶ τριγύρου του εἶχεν τὰ βιβλία, ἄλλα ἀνοικτὰ καὶ ἄλλα κλεισμένα, καὶ μὲ τὸ κονδύλιον εἰς τὴν δεξιὰν ἐθεωροῦσε πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο. Ἐσυντάχθη μὲ ὑπερβολικοὺς κόπους καὶ ἱδρῶτας, ἐγράφη ἀπὸ τοὺς καλλιγράφους, τὸ ἐπῆρεν ὁ Ἀγάπιος, πηγαίνει εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλ᾿ ἡ κακὴ τύχη ἐπρόφθασε καὶ εὔγαλε τὸν Προκόπιον ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸν Θρόνον καὶ ἐμβαίνει ὁ κυρ-Νεόφυτος. Παρρησιάζεται εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Σύνοδον ὁ Ἀγάπιος. Ἔκρινεν ἡ Σύνοδος νὰ θεωρηθῇ τὸ βιβλίον ἀπὸ τὸν διδάσκαλον κυρ-Δωρόθεον, τὸ ἐδέχθη ὁ Δωρόθεος, ἀλλὰ μὲ ἀμέλειαν. Προσμένει ὁ Ἀγάπιος ἕναν χρόνον παρακαλῶντας καὶ παρακινῶντας, τίποτας δὲν ἐκατώρθωσε μὲ τὸν Δωρόθεον, καταφρόνεσαις μόνον πολλαῖς ἤκουσε. Τέλος πάντων ἐβαρέθηκε καὶ ἀφήνει τὸ βιβλίον καὶ πηγαίνει εἰς τὸν Μορέαν καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ στέλνει γράμμα εἰς τὸν Νικόδημον καὶ τοῦ φανερώνει τὰ πάντα καὶ ὅτι αὐτὸς παραιτεῖται καὶ ὅ,τι θέλει ἂς κάμῃ τὸ βιβλίον του. Αὐτὸ τὸ γράμμα τὸν ηὗρεν εἰς ἀχαμνὴν κατάστασιν, διατὶ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἦλθε γράμμα ἀπὸ τὸν κυρ-Νάνον ὅτι ἐχάθη τὸ βιβλίον τοῦ Παλαμᾶ, καὶ τόσον ἐλυπήθη, ὁποὺ δὲν ἠμπόρεσε νὰ σταθῇ εἰς τὴν Καλύβην του μίαν ὥραν. Κλαίων καὶ ὀδυρόμενος ἦλθεν εἰς τὸ κελλίον μας καὶ ἐκάθησεν δύο μῆνας. Ἔπειτα ἐκοινοβίασεν μὲ τὸν Γερο-Σίλβεστρον τὸν Καισαρέα ὄντα τότε ἐδῶ εἰς τὴν γειτονίαν μας καὶ ἔχοντας Κελλίον Παντοκρατορινόν, τὸν Ἅγιον Βασίλειον. Ἀπ᾿ αὐτοῦ ἔγραψεν εἰς τὸν Ἅγιον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κυρ-Νεόφυτον καὶ αὐτὸς ἐκύρωσε τὸ βιβλίον καὶ τὸ ἔστειλεν εἰς τὴν Χίον, εἰς τὸν Ἅγιον Κορίνθου Μακάριον, καὶ τὸ ἤφερεν αὐτὸς ἐδῶ. Καὶ διὰ σκέψεως ἀκριβοῦς καὶ συμβουλῆς τινῶν ἀδελφῶν ἔγινεν ὁ ἔρανος τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων καὶ ἐστάλθη εἰς Mπουγδανίαν ἐξ ἁπλότητος πρὸς τὸν κυρ-Θεοδώρητον τὸν ψευδάδελφον. Καὶ αὐτὸς τυπώνοντάς το ἔδειξεν τὴν δολιότητά του, καθὼς φαίνονται αἱ προσθῆκαι του εἰς τὸ Πηδάλιον. Καὶ τόσον ἐλυπήθη ὁ μακαρίτης, ὁποὺ τὸ εἶχε κάλλιον, καθὼς μᾶς ἔλεγεν πολλαῖς φοραῖς, νὰ τὸν ἐκτυποῦσε εἰς τὴν καρδίαν μὲ τὴν μάχαιραν πάρεξ νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ τι εἰς τὸ βιβλίον του.
16. Αὐτοῦ εἰς τὸν Ἅγιον Βασίλειον ἐσύνθεσε τὴν «Χρηστοήθειαν», ἐδιώρθωσε καὶ ἐκαλλώπισε τὰ «ᾈσματικὰ Ἐγκώμια τοῦ Ἐπιταφίου». Μετὰ παρέλευσιν καιροῦ βλέποντας τὸν ὑποτακτικὸν τοῦ Γερο-Σιλβέστρου ὅτι τὸν βαρύνεται, ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Mονὴν τοῦ Παντοκράτορος. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δίκαιον εἶναι νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, μὲ τοὺς ἐδικούς του ἔχοντας θάρρος εὔγαινεν εἰς τὴν ἀδιακρισίαν ἀπὸ τὴν ἁπλότητά του. Καὶ καθίσας εἰς τὸ Mοναστήριον κανέναν χρόνον, πάλιν ὁ ἔρως τῆς ἡσυχίας τὸν εὔγαλεν ἔξω καὶ ἦλθεν καὶ ἀγόρασεν τὴν Καλύβην ὁποὺ εἶναι ἀντικρὺς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, καὶ παίρνοντας τὸ ψωμίον του ἀποτεμᾶς ἡσύχαζεν ἐκεῖ. Ἡ δὲ ἄλλη του ζωοτροφία ἦτον ποτὲ μὲν ρύζιον νερόβραστον, ποτὲ δὲ νερόμελον, τὸν δὲ περισσότερον καιρὸν ἐλαίας καὶ μουσκεμένα κουκκία ἦτον τὸ προσφάγιόν του, καὶ ὅποτε τὸν ἐτύχαιναν ὀψάρια, τὰ ἔδιδε κανενὸς γειτόνου του καὶ τὰ ἐμαγείρευεν καὶ τὰ ἔτρωγαν μαζί. Ὁμοίως καὶ οἱ γειτόνοι του ἠξεύροντας ὅτι δὲν μαγειρεύει πολλαῖς φοραῖς τοῦ ἐπήγαιναν μαγείρευμα. Ἤρχετον καὶ εἰς ἡμᾶς συχνὰ καὶ κάποτε μετὰ τὸν χαιρετισμὸν μᾶς ἔλεγεν: «Ἀπόκαμα, βρὲ Γερο-Ανανία». Καὶ ὅταν ἐκαθήμεθα εἰς τὴν τράπεζαν, εἰ μὲν καὶ ἐσιωπούσαμεν, ἔτρωγεν, ὡσὰν νηστικὸς ὁποὺ ἦτον, εἰ δὲ καὶ ἐρωτούσαμεν τίποτας, ἀρχίζοντας νὰ λέγῃ ἀπὸ τὸ λέγειν ἀλησμονοῦσε τὴν πεῖναν, ὥστε ὁποὺ πολλαῖς φοραῖς τὸν ἐπρόσταζεν ὁ μακαρίτης Γέροντάς μας νὰ σιωπήσῃ διὰ νὰ φάγῃ. Ἀλλὰ καὶ μὲ τόσην κακοπάθειαν, ὅμως ἦτον κοκκινοπρόσωπος καὶ παχύς, ὡσὰν νὰ ἐξεφάντωνε καθημερινῶς.
17. Εἰς αὐτὴν τὴν Καλύβην ἦλθεν εἰς τοὺς 1794. Αὐτοῦ ἐδιώρθωσε καὶ ἐκαλλώπισε τὸ «Εὐχολόγιον»» αὐτοῦ ἐσύνθεσε τὴν «Χριστοήθειαν» τὸ δεύτερον «Ἐξομολογητάριον», τὰς 14 Ἐπιστολὰς τοῦ Παύλου», τὰς «7 Καθολικάς», τὸ «Ψαλτήριον Εὐθυμίου τοῦ Ζυγαδινοῦ»· ἐμετάφρασε καὶ τὸ ἐπλάτυνε πλουτίζοντας αὐτὸ σχεδὸν μὲ ὅλας τὰς ἐξηγήσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων ὁμοίως καὶ τὰς «Ἐννέα Ὠδὰς» τῶν θείων Προφητῶν, τὸ ὁποῖον ὠνόμασε «Κῆπον Χαρίτων»· ἐκαλλώπισε καὶ τὸ «τοῦ Βαρσανουφίου».
18. Καὶ μὴν νομίσητε ὅτι χωρὶς φθόνους καὶ πειρασμοὺς τῶν νοητῶν καὶ αἰσθητῶν ἐχθρῶν τὰ ἐκατώρθωσεν αὐτά, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλούς. Καὶ περὶ μὲν τῶν αἰσθητῶν τοὺς πέμπομεν εἰς τὸν βυθὸν τῆς ἀλησμονησίας καὶ τοὺς ἐνεργήσαντας εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἔκανε καὶ ἐκεῖνος ὁ μακαρίτης. Οὗτος ὁ εὐλογημένος Νικόδημος εἰς τὴν ἀρχὴν ὁποὺ ἦλθεν ἦτον τόσον δειλός, ὁποὺ εἰς τὴν κέλλαν ὁποὺ τὸν ἐβάναμεν νὰ κοιμηθῇ, ἄφηνε τὴν πόρταν ἀνοικτήν, διὰ νὰ παρηγορῆται, καθὼς ἐνόμιζεν, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὅταν ὑπῆγεν εἰς τὴν ἡσυχίαν, τόσον ἀνδρειώθη, ὁπού, ὅταν ἀγρυπνοῦσεν καὶ ἔγραφεν, οἱ δαίμονες ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρον τοῦ κελλίου του ἐψιθύριζον καὶ αὐτὸς ἔγραφεν, χωρὶς νὰ δειλιάσῃ ποτέ του, κάποτε δὲ ἐγελοῦσε καὶ αὐτὸς εἰς τὰ καμώματά των. Εἰς τὴν Σκυροπούλαν ὅταν ἔμεινε μόνος του μίαν νύκτα, ὕστερον ἀπὸ τὰ ψιθυρίσματα τοῦ ἔκαμαν ἕναν κρότον, ὁποὺ ἐνόμισεν ὅτι ἐγκρεμνίσθη ἕνας τοῖχος, ὁποὺ ἦτον ἔξω ἀπὸ τὸ κελλίον του, καὶ τὸ ταχὺ τὸν ηὗρε γερόν. Καὶ ἐδῶ εἰς ταῖς Καλύβαις ὁποὺ ἦτον ὁμοίως τὸν ἐπείραζαν ψιθυρίζοντας καὶ ἐπιμελήθη νὰ ἀκούσῃ τίποτα καὶ δὲν ἤκουσε. Mίαν μόνην φορὰν ἤκουσεν «αὐτὸς ὁ γράψας». Κάποτε ἐκτυποῦσαν καὶ τὴν μπόρταν τοῦ κελλίου του καὶ πάντοτε ἀπὸ δύο φορὲς μόνον ἐκτυποῦσαν. Ὅταν δὲ ἐξηγοῦσεν τὸν τριακοστὸν τέταρτον Ψαλμόν, εἰς τὸν (6ον) στίχον του: «γενηθήτω ἡ ὁδὸς αὐτῶν σκότος καὶ ὀλίσθημα, καὶ ἄγγελος Κυρίου καταδιώκων αὐτούς», τοῦ ἔκαμαν τόσον κρότον, ὁποὺ τοῦ ἐφάνη ὅτι ἐπέρασεν ἀπὸ τὴν Καλύβην του ἕνα μεγάλο στράτευμα μὲ βίαν πολλὴν καὶ ὅτι ἐγκρεμνίσθη ἕνα πεζούλι, ὁποὺ ἦτον ἐκεῖ σιμά.
19. Εἰς δὲ τοὺς 1805 καὶ 57* τῆς ζωῆς του, αὐτὸς ὁ εὔρωστος καὶ ἀμέριμνος διὰ τὴν ζωοτροφίαν του, αὐτὸς ὁποὺ δὲν ἐφρόντιζε ἕως τότε διὰ μαγείρευμα, ἀλλὰ ἀπερνοῦσε ὡς ηὕρισκεν, αὐτὸς ὁποὺ ἐθρέφετον καὶ εὐφραίνετον καλλιώτερον μὲ τὴν ξηροφαγίαν ὑπὲρ ἄλλους μὲ τὰ ξεφαντώματα ἦλθεν εἰς τόσην ἀδυναμίαν, ὁποὺ ἤθελεν κάθε ἡμέραν μαγείρευμα καὶ κρασίον, καὶ τρώγοντας καὶ πίνοντας πάλιν δὲν αἰσθάνετον καμμίαν δύναμιν. Ὅθεν βιασθεὶς ἐγύρευε κανέναν ἀδελφὸν νὰ κατοικήσουν μαζί. Καὶ πρῶτον ἐκοινοβίασε μὲ ἕναν γείτονά του ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ ταῦτα ἐπῆγεν ἀπάνω εἰς τὸν παπα-Κυπριανόν, ζωγράφον, τοῦ μακαρίτου Παρθενίου. Αὐτοῦ ἐκάθησεν ἕναν χρόνον· αὐτοῦ ἐκαλλώπισε καὶ ἐπλάτυνε τὸν «Συναξαριστήν». Καὶ πάλιν ὁ ἔρως τῆς ἡσυχίας τὸν ἐβίασεν καὶ παρακινούμενος ἀπὸ ἕναν ἀδελφόν, καὶ ὑποσχομένου νὰ τὸν ὑπηρετήσῃ ἕως τέλους ζωῆς του, ἠγόρασε πάλιν τὴν πρώτην Καλύβην εἰς τὸ ῥαχώνι, τὴν ἄνωθεν τοῦ Κυριακοῦ. Καὶ περνῶντας κανένας χρόνος τὸν ἄφηκεν αὐτὸς καὶ πάλιν ἄλλος καὶ ἄλλος. Αὐτοῦ ἐξήγησε τοὺς Κανόνας τῶν Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν Ἑορτῶν καὶ ἄρχισε τὴν ἐξήγησιν εἰς τοὺς «Ἀναβαθμούς».
* Ἐννοεῖται «χρόνους». Τὸ χειρόγραφο, ἔχει «57» ἀντὶ «56»: 1805 μεῖον 1749 (ἔτος γεν.) = 56. Βλ. καὶ σ.30 καὶ σ.68.
20. Ἂχ καὶ πῶς νὰ τὸ γράψω, πατέρες μου, χωρὶς δάκρυα τοιοῦτον λυπηρὸν μήνυμα. Ὅσον ἄρχισεν τὸ πτωχὸν Γένος μας νὰ καυχᾶται καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Θεόν, ὁποὺ τοῦ ἐχάρισε τοιοῦτον ἀπλανῆ φωστῆρα εἰς τέτοιον δυστυχισμένον καιρόν, ὁποὺ ἐξάπλωσεν ἡ ἀνευλάβεια καὶ ἡ ἀθεΐα σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, καὶ τοιοῦτον ὁδηγὸν τῶν πλανωμένων καὶ παραμυθίαν τῶν θλιβομένων. Ναί, τὸν ὁμολογῶ τοιοῦτον, ὄχι μόνον ἀπὸ τὰ βιβλία του, ὁποὺ ἐφώτισε καὶ ἕως τέλους ἔχει νὰ φωτίζῃ ὅλην τὴν Ὀρθόδοξον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν ἀλλὰ τὸ λέγω καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα ὁποὺ ἤβλεπα καθημερινῶς, ὁποὺ σχεδὸν ὅλοι οἱ πληγωμένοι ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν ἄφησαν τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς Πνευματικοὺς καὶ ὅλοι ἔτρεχαν εἰς τὸν ρακενδύτην Νικόδημον, διὰ νὰ εὕρουν τὴν ἰατρείαν τους καὶ παραμυθίαν τῶν θλίψεών τους οὐ μόνον ἀπὸ τὰ Μοναστήρια καὶ Σκήταις καὶ τὰ Κελλία, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ Χριστιανοὶ ἤρχοντο ἀπὸ διαφόρους χώρας νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ παρηγορηθοῦν εἰς τὰς θλίψεις των ἀπὸ τὸν Νικόδημον. Ὥστε ὁποὺ καὶ πολλαῖς φοραῖς τρόπον τινὰ ἐπαραπονεῖτο εἰς ἐμᾶς· ἐπαραπονεῖτο ὄχι τοὺς ἀδελφοὺς βαρυνόμενος· καὶ πῶς, ὁποὺ αὐτὸς ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς του τὸ ἐδαπάνησεν εἰς τὸ νὰ συνθέτῃ καὶ νὰ ἐξηγῇ τὰ ἀνήκοντα εἰς ὠφέλειαν τῶν ἀδελφῶν του Χριστιανῶν; ὄχι, λέγω, διὰ τοῦτο, ἀλλὰ διατὶ ἐμποδίζετο ἀπὸ τὸ θεῖον τόῦτο ἔργον καὶ διὰ τὸν πόθον ὁποὺ εἶχεν νὰ ἀδολεσχῇ νυκτὸς καὶ ἡμέρας εἰς τὴν θείαν καὶ νοερὰν προσευχήν, Ἐπιμελεῖτο γὰρ καὶ ταύτης διαπαντός, ὅλας τὰς ὥρας τοῦ ἡμερονυκτίου εἰς τούτας τὰς δύο ἐργασίας τὰς εἶχεν ἀφιερωμένας, ἢ νὰ ἐξηγήσῃ κανένα νόημα τῆς θείας Γραφῆς ἢ νὰ κλίνῃ τὴν κεφαλήν του εἰς τὸ ἀριστερὸν μέρος τοῦ στήθους του καὶ νὰ βάνῃ τὸν νοῦν του μέσα εἰς τὴν καρδίαν καὶ νὰ φωνάζῃ νοερῶς τὸ «Κύριε Ἰησοῦ, ἐλέησόν με». Καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις μᾶς ἔλεγεν: «πᾶμε, πατέρες μου, εἰς κανένα ἐρημονήσιον νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὸν κόσμον».
Ἀλλὰ ἂς εἰπῶ, πατέρες, τὸ θλιβερὸν μήνυμα. Ἐξηγῶντας τοὺς «Ἀναβαθμοὺς» ἐπλήθυνεν ἡ ἀσθένειά του, ἡ ὁποία ἦτον ἀδυναμία καὶ ἀνορεξία, καὶ ὅ,τι ἔτρωγεν δὲν αἰσθάνετον καμμίαν δύναμιν εἰς τὸ σῶμα του, μάλιστα δὲ καὶ ἐφθείρετον. Ἔπεσον τὰ ὀδόντιά του, ἐκουφάθηκε καὶ ὀλίγον.
21. Εἰς ἐτοῦτον τὸν χρόνον ἔστειλε ὁ Παναγιώτατος κυρ-Γρηγόριος Συνοδικὸν παρακινητικὸν εἰς τὸ νὰ μνημονεύουν νεκρώσιμα κόλλυβα τὴν Κυριακήν, καθὼς καὶ τὸ Σάββατον, τὸ ὁποῖον πολλὰ τὸν ἐλύπησε· καὶ μάλιστα ἐλυπήθη, διατὶ νὰ γράψῃ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ καθὼς ἤξευρεν δὲν ἐτολμοῦσεν, διότι ἔβλεπε ὅτι ἐδῶ οἱ πρόκριτοι πατέρες τοῦ Ὄρους δὲν ἔχουν καμμίαν προσοχὴν οὔτε εἰς τὰς Παραδόσεις τῶν Ἁγίων Πατέρων οὔτε εἰς τὰ Τυπικὰ ὁποὺ βλέπουν κάθε ἡμέραν. Καὶ ἐνθυμούμενος τὸν μακαρίτην παπα-Παΐσιον, ὁποὺ ἐσυμβούλευσε νὰ μὴν νεκρολογοῦν τὴν Κυριακήν, ἄλλο δὲν ἐκέρδησεν πάρεξ κατηγορίαις μεγάλαις καὶ παρακίνησιν εἰς τοὺς κλέπτας διὰ νὰ τὸν πνίξουν, τὸ ὁποῖον καὶ ἔγινεν μετὰ ταῦτα.
Μὴν ὑποφέροντας οἱ Ἁγιαννανῖται τὸ Συνοδικὸν ὁποὺ ἔστειλε ὁ Παναγιώτατος κυρ-Σαμουήλ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπρόσταζεν νὰ ἀκολουθοῦν αἱ Σκῆται καὶ τὰ Κελλία ἐξίσου τὴν τάξιν καὶ συνήθειαν τῶν ἱερῶν Μοναστηρίων, διατὶ καὶ εἰς τὰ Μοναστήρια ἕως εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Παναγιωτάτου Σωφρονίου ἐφυλάττετο ἡ παράδοσις τῶν Ἁγίων Πατέρων ἐπαρακινήθησαν, λέγω, καὶ ἔστειλαν τὸν Βησσαρίωνα εἰς τὴν Βασιλεύουσαν εἰς τὸν καιρὸν τοῦ Σωφρονίου. Καὶ μὲ ταῖς ψευδοκατηγορίαις του ἐκατάπεισε τὴν Σύνοδον καὶ ἐκάθησε τὸν διδάσκαλον κυρ-Ἀθανάσιον Πάριον, ὄντα τότε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, καὶ ἄλλους τρεῖς, καὶ τοῦ ἐδόθη καὶ τέταρτον Συνοδικὸν ἀναιρετικὸν τῶν τριῶν προτέρων, καθὼς τὸ ἤθελεν αὐτός. Καὶ φοβούμενος νὰ μὴν πάθῃ καὶ αὐτὸς ὅμοια τῶν ἄνωθεν ἐσιώπησε. Ὅμως ἐκινήθη καὶ ἔγραψεν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεώς του καὶ ἐκεῖ ἀποκρίνεται ἀρκετῶς διὰ τὴν νεκροκολλυβοπραξίαν τῆς Κυριακῆς.
22. Εἰς τοὺς 1809 ἐπῆγεν ἀπάνω εἰς τὸν παπαν-Κυπριανόν, εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, καὶ γυρίζοντας εἰς τὴν Καλύβην του ἀσθένησεν ὀλίγον καὶ μετὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἔμεινεν ἀνορεξία. Αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἦλθε καὶ εἰς ἐμᾶς, διὰ νὰ συμβουλευθῆ τί νὰ κάμῃ. Καὶ ἐπειδὴ ἐμεῖς καὶ οἱ τρεῖς ἐγηράσαμεν καὶ δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ τὸν ἀναπαύσωμεν, ἐκρίναμεν ὅτι καλόν του εἶναι νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Κοινόβιον τῆς Σκιάθου, καὶ ἀποφάσισε καὶ αὐτὸς νὰ ὑπάγῃ. Καὶ πηγαίνοντας ἀπάνω εἰς τὸν παπαν-Κυπριανὸν τὸν ἐμπόδισαν οἱ παπᾶδες του ὑποσχόμενοι νὰ τὸν ὑπηρετήσουν αὐτοὶ καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ. Καὶ ἐν ταὐτῷ ἀσθένησε βαρέως καὶ ἐκουφάθη παραπολύ, ἡ ἀσθένειά του δὲ ὡσὰν καταρροὴ ἦτον. Καὶ ἀπερνῶντας ἕως εἰκοσι ἡμέραις ἀνέλαβεν καὶ τελειώνοντας τοὺς «Ἀναβαθμοὺς» ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγοντας: «Πᾶρε με, Θεέ μου, ὅτι ἐβαρέθηκα ἐτοῦτον τὸν κόσμον». Τοῦτον τὸν λόγον τὸν ἔλεγε πολλάκις, διότι ἔβλεπεν εἰς τὸν ἑαυτόν του μεγάλην ἀδυναμίαν. Εἰς δὲ τὰς πέντε Ἰουλίου ἠθέλησε νὰ σεργιανίσῃ ἕως εἰς τὸ Κουτλουμούσιον καὶ πηγαίνων ἐκεῖ τὸν ἐδέχθησαν μετὰ χαρᾶς οἱ Πατέρες. Καὶ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸν τοῦ ἔδωσαν μουλάριον, διὰ νὰ ἀνέβη εἰς τὸ Κελλίον, διὰ νὰ μὴν κοπιάσῃ. Ὁ δὲ βουρδονάριος, διὰ νὰ γυρίση ὀγλήγορα ὀπίσω, τὸν ἐπῆγεν ἀπὸ τὸν ἀνηφορικὸν δρόμον, καὶ τὸ μουλάριον ἔτυχεν νέον καὶ τὸν ἐκούνησεν ἀναβαίνοντας. Πηγαίνοντας δὲ εἰς τὸ ὀσπίτιον καὶ πεζεύοντας ἐπιάσθη τὸ δεξιόν του χέρι, τὴν δὲ ἄλλην ἡμέραν ἐπιάσθη ἡ γλῶσσα του καὶ βρέχοντάς την μὲ νερὸν ὡμιλοῦσε καὶ ἀπερνῶντας ὀλίγον πάλιν ἐπιάνετον. Ἔκραξαν ἰατρὸν καὶ φίλον του ἀκριβόν, ἀλλὰ τίποτας δὲν ἐδυνήθη νὰ βοηθήσῃ. Καὶ παρακαλούμενος ἀπὸ τοὺς πατέρας νὰ τοῦ κάμῃ κανένα ἰατρικὸν ἀπεκρίθη: «Τί νὰ κάμω, πατέρες μου; Ἐμένα μὲ ἤφεραν ἐδῶ ᾑ ἁμαρτίαις, διὰ νὰ ἰδῶ τὸν θάνατον τοῦ φίλου μου. Ἂν ἦτον καταρροὴ ἢ ἄλλη ἀσθένεια, εἴχαμεν ἐλπίδα βοηθείας. Ἀλλά, καθὼς βλέπω, τούτη ἡ ἀσθένεια εἶναι θανατηφόρος. Ἀλλὰ ἄμποτες ὁ Θεὸς νὰ μὲ ἀποδείξῃ ψεύστην». Ἔκαμεν ὅμως κάτι τι καὶ αὐτὸς καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπῆρεν καὶ ἄλλους δύο ἰατρούς, ὁποὺ ἔτυχον εἰς ταῖς Καρυαῖς, καὶ ἐπῆγαν εἰς ἐπίσκεψίν του, καὶ βλέποντάς τον καὶ αὐτοὶ μᾶς ἀπελπίζουν. Καὶ οὕτως μίαν ἡμέραν καλλίτερα καὶ τὴν ἄλλην βαρύτερα, ἔφθασεν ἕως τὰς δέκα τρεῖς τοῦ Ἰουλίου.
23. Εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας τοῦ ἔκαμαν ὅλα τ᾿ ἁρμόζον(τα) εἰς τὴν ἔξοδον αὐτοῦ, ἤγουν γενικὴν Ἐξομολόγησιν, Εὐχέλαιον καὶ καθημερινὴν μετάδοσιν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Τῇ δὲ δεκάτῃ τρίτῃ ἐβάρυνε καὶ ἐστενοχωρεῖτον. Καὶ μὴ δυνάμενος νὰ λέγῃ τὴν Εὐχὴν μὲ τὸν νοῦν, κατὰ τὴν συνήθειάν του, τὴν ἔλεγεν ἐκφώνως. Καὶ ἔλεγεν καὶ ἔλεγεν εἰς τοὺς ἀδελφούς: Νὰ μὲ συγχωρήσητε, πατέρες μου. Ἀπόκαμεν ὁ νοῦς μου καὶ δὲν δύναται νὰ βαστάξῃ τὴν Εὐχὴν καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐκφωνῶ. Καὶ ἡ ζωή μου τέλος ἔχει, ἀλλὰ ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ πληρώσῃ τὸν κόπον τῆς ἀγάπης σας, ὁποὺ κάνετε εἰς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλόν. Καί, παρακαλῶ σας, φέρετέ μου τὰ Λείψανα τῶν Ἁγίων μου Πατέρων, Ἁγίου Μακαρίου Κορίνθου καὶ Παρθενίου, Ἁγίου Πνευματικοῦ Πατρός μας». Καὶ ἀγκαλισάμενος αὐτὰ κατεφίλει δακρυρροῶν καὶ λέγοντας; Διατί, Ἅγιοι Πατέρες, μὲ ἀφήκατε ὀρφανόν; Ἐσεῖς ἤλθετε αὐτοῦ καὶ ἀναπαύεσθε διὰ τὰς ἀρετὰς ὁποὺ ἐκατωρθώσατε εἰς τὴν γῆν καὶ κατατρυφᾶτε τὴν δόξαν τοῦ Κυρίου μας, καὶ ἐγὼ πάσχω ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν μου. Διὸ παρακαλῶ σας, Πατέρες μου, ἱκετεύσατε τὸν Κύριόν μας νὰ μὲ ἐλεήσῃ καὶ ἐμένα καὶ νὰ μὲ ἀξιώσῃ αὐτοῦ, αὐτοῦ ὁποὺ εἶσθε καὶ ἐσεῖς». Mὲ τοιαῦτα παραπονευτικὰ λόγια ἐπέρασεν ὅλην τὴν ἡμέραν, τὴν δὲ νύκτα ἐβάρυνε. Οἱ δὲ ἀδελφοὶ ἔμειναν ἄγρυπνοι ὅλην τὴν νύκτα προσμένοντες τὴν ἔξοδόν του. Καὶ πηγαίνοντες συχνὰ τὸν ἐρωτοῦσαν; Διδάσκαλε, πῶς ἔχεις; Καὶ συνωμιλοῦσαν παραμικρό(ν). Τῆ δὲ ἕκτῃ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς μετὰ τὴν ἐρώτησιν τοὺς ἀπεκρίθη; Ἀποθαίνω, ἀποθαίνω, ἀποθαίνω. Ἀλλά, παρακαλῶ σας, μεταλάβετέ με». Καὶ οὕτως εὐτρεπισθεὶς ἐμετάλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Καὶ περνῶντας ὀλίγη ὥρα ἐπῆγαν καὶ τὸν ηὗραν μὲ τὰ χέρια ἐστᾳυρωμένα καὶ τοὺς πόδας ἁπλωτοὺς καὶ τὸν ἐρωτοῦν: Διδάσκαλε, τί κάνεις; ἡσυχάζεις; Ὁ δὲ τοὺς ἀπεκρίθη: «Τὸν Χριστὸν ἔβαλα μέσα μου καὶ πῶς νὰ μὴν ἡσυχάσω;». Καὶ συνομιλήσαντες ὀλίγον ἐσιώπησεν.
24. Τῇ δὲ δεκάτῃ τετάρτῃ ἀνατέλλοντος τοῦ αἰσθητοῦ ἡλίου εἰς τὴν γῆν ἐβασίλευσεν ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ· ἔλειψεν ὁ στῦλος ὁ ὁδηγῶν τὸν νέον Ἰσραὴλ εἰς τὴν εὐσέβειαν· ἐκρύβη ἡ νεφέλη ἡ δροσίζουσα τοὺς τηκομένους τῷ καύσωνι τῶν ἁμαρτιῶν· ἐπένθησαν οἱ φίλοι καὶ γνωστοὶ καὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ἐκ τῶν ὁποίων ἕνας Χριστιανὸς καὶ ἀγράμματος ὢν εἶπε τοιοῦτον λόγον: «Πατέρες μου, καλλίτερον νὰ ἀπόθαιναν χίλιοι Χριστιανοὶ σήμερον καὶ ὄχι ὁ Νικόδημος».
25. Ἀλλὰ τὸ νὰ πενθῇ τινὰς καὶ νὰ ὀδύρεται τὸν θάνατον τοιούτου ἀνδρὸς εἶναι εὔλογον μέν, ἀλλὰ μὲ κρίσιν ἀνθρώπινον. «Ὅμως ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ ἔκρινεν εὐλογώτερον, διὰ νὰ τὸν ἐπάρῃ, καθὼς τὸ ἐζητοῦσε, διατὶ ἐκοπίασε ὑπερβολικῶς εἰς τὸν μυστικὸν ἀμπελῶνα Αὐτοῦ. Καὶ ἂν ἀπέθανε ὡς ἄνθρωπος καὶ ἐκρύρη ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἡρπάγη διὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὸ βάρος τοῦ γηρατείου καὶ τῆς ἀκολουθούσης ἐξ αὐτοῦ ὀδυνηρᾶς ζωῆς. Ἀλλὰ αἱ ἀκτῖνες τῶν διδαχῶν αὐτοῦ εἶναι μετεμᾶς καὶ μᾶς φωτίζουν καὶ ἔχουν νὰ φωτίζουν τὴν Ἐκκλησίαν.
Πηγή: http://users.uoa.gr
Ιωάννης Θαλασσινός, Διευθυντής Π.Ε.ΦΙ.Π. 04-10-2017
Ποιός ἄραγε θυμᾶται τή θλιβερή ἐπέτειο τῆς ψήφισης, ἀπό τή Βουλή τῶν Ἑλλήνων, τοῦ ἐπαίσχυντου...
Χριστιανική Εστία Λαμίας 03-10-2017
Οἱ μάσκες ἔπεσαν γιά ἀκόμα μιά φορά. Ἑταιρεῖες γνωστές στούς Ἕλληνες καταναλωτές ἀφαίρεσαν ἀπό τά...
TIDEON 21-12-2015
Επιμένει να προκαλεί Θεό και ανθρώπους η ελληνική Κυβέρνηση, ψηφίζοντας στις 22 Δεκεμβρίου 2015 ως...
Tideon 14-12-2015
Η Κυβέρνηση μας μίλησε για την «αναγκαιότητα» και για τα πλεονεκτήματα της «Κάρτας του Πολίτη»...
TIDEON 27-08-2014
Λαμβάνουν διαστάσεις καταιγισμού οι αντιδράσεις πλήθους φορέων και πολιτών για το λεγόμενο «αντιρατσιστικό» νομοσχέδιο το...
tideon.org 02-05-2013
Kαταθέτουμε την αρνητική δήλωση μας προς τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Ο νόμος αφήνει πολλά...
Tideon 31-12-2012
Ποια είναι η λύση αν πλήρωσες «τσουχτερές» τιμές στο Κυλικείο του Νοσοκομείου, του Αεροδρομίου, του...
Νικόλαος Ἀνδρεαδάκης, ὁδηγός 03-04-2012
Εἶμαι νέος μὲ οἰκογένεια, ἔχω ὅλη τὴ ζωὴ μπροστά μου… Λόγῳ ἐπαγγέλματος ἔχω τὴ δυνατότητα...
tideon 07-11-2011
ΜΝΗΜΟΝΙΟ: Δεν ξεχνώ αυτούς που παρέδωσαν αμετάκλητα και άνευ όρων την ΕΘΝΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ και έκαναν...
ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ ΤΩΡΑ ... 15-02-2011
Κατάλαβες τώρα ... γιατί σε λέγανε «εθνικιστή» όταν έλεγες πως αγαπάς την Πατρίδα σου; Για να...
ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ 25-12-2010
Τώρα πια γνωρίζω τους 10 τρόπους που τα ΜΜΕ μου κάνουν πλύση εγκεφάλου και πώς...